Του Olli-Pekka Vainio [*]
Το 2025 σηματοδοτεί την 1700-ετή επέτειο της Συνόδου της Νίκαιας, η οποία διατύπωσε τα κεντρικά σύμβολα πίστης της Χριστιανικής Εκκλησίας. Την κεντρική διακήρυξη του Συμβόλου Πίστης της Νίκαιας αποτελεί η ακόλουθη συνοπτική δήλωση:
Ο Λόγος που μας αποκαλύπτει τον Θεό έχει την ίδια ουσία με τον Θεό.
Ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να ακούγεται σαν κενή κοινοτοπία. Θεωρώ πως δεν είναι. Η Σύνοδος της Νίκαιας εκφράζει μια βαθιά επαναστατική ιδέα που στο εξής θα θέσει ολόκληρη την ιστορία της Δυτικής σκέψης σε μια εντελώς νέα τροχιά. Θα επιφέρει μια θρησκευτική επανάσταση, της οποίας τα αποτελέσματα θα φτάσουν σε κάθε γωνιά της κοινωνίας. Είναι επομένως ισχυρισμός που, παρά την απλότητά του, περιέχει πολλά.

Ο Άλαν Τόρανς, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Σαιντ Αντρουζ στη Σκωτία, έχει δηλώσει τα εξής σχετικά με τη σημασία της Συνόδου της Νίκαιας:
Η δικαιολόγηση της ύπαρξης της χριστιανικής εκκλησίας περιλαμβάνει ουσιαστικά την αναγνώριση ότι ο Ιησούς δεν είναι απλώς ένας σπουδαίος παραδειγματικός άνθρωπος, ένας εμπνευσμένος προφήτης, μια παρουσία απελευθερωτική, σύμβολο εκπληρωμένης παρουσίας ή πρόσωπο με πνευματική σοφία, αλλά η ίδια η παρουσία του Θεού που ταυτίζεται με την ανθρωπότητα, που αποκαλύπτει τον Εαυτό Του στην ανθρωπότητα και ενώνει την ανθρωπότητα με τον Εαυτό Του, εξιλεώνοντας τις αμαρτίες της με μια απλή χάρη για την οποία δεν θα μπορούσαμε να ελπίζουμε. Με απλά λόγια, αν δεν μπορούσα να συμφωνήσω με αυτά που ισχυρίζεται η λέξη «ομοούσιος», θα έπρεπε να παύσω να είμαι Χριστιανός. Θα εγκατέλειπα την εκκλησία και το λειτούργημά μου ως καθηγητής θεολογίας και θα συνέχιζα τη ζωή μου βρίσκοντας κάτι άλλο χρήσιμο να κάνω [Torrance 2001].
Σκοπεύω να δείξω μερικές πτυχές που εξηγούν γιατί ο Torrance υιοθετεί μια τόσο δραματική στάση απέναντι στην διακήρυξη της Νίκαιας περί ομοουσιότητας των θείων προσώπων.
Πριν αναλύσω λεπτομερέστερα τι πραγματικά ισχυρίζεται η Νίκαια και ποιες είναι οι συνέπειες αυτού του ισχυρισμού, πρέπει να εξηγήσω γιατί ισχυρισμοί σαν αυτόν είναι σημαντικοί. Θα ξεκινήσω λοιπόν μιλώντας για τη φύση των δογμάτων.
Μέτρα περιορισμού και διακήρυξης
Τι εννοεί ο όρος δόγμα; Σύμφωνα με τη Sarah Coakley, ομότιμη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, η λειτουργία της δογματικής γλώσσας δεν συνίσταται στο να εξηγήσει αλλά περισσότερο στο να οριοθετήσει και να υποδείξει [Coakley 2000].
Η Νίκαια χαράσσει τα όρια ενός αγωνιστικού χώρου. Δεν υποδεικνύει στους παίκτες πού να τρέξουν ή ποιος να πασάρει την μπάλα. Απλώς περιορίζει τι επιτρέπεται να κάνει ένας παίκτης στα πλαίσια του παιχνιδιού.
Συχνά ακούμε ομιλίες που παραπέμπουν στα δόγματα. Πολλές φορές τα δόγματα θεωρούνται ως εμπόδια, κωλύματα που πρέπει να αφαιρούνται ή τουλάχιστον να ελαχιστοποιείται ο αντίκτυπός τους. Ωστόσο, στα πλαίσια του ποδοσφαίρου, κανείς ποτέ δεν θα μιλούσε για τους κανόνες του παιχνιδιού ως εμπόδια, αλλά μάλλον ως τη δυνατότητα ομαλής διεξαγωγής του παιχνιδιού. Χωρίς κανόνες, δεν υπάρχει παιχνίδι, αλλά αναρχία και το δικαίωμα του ισχυρότερου.
Στις (φινλανδικές) γελοιογραφίες Lassi και Leevi, το αναρχικό αγόρι Lassi και ο φανταστικός του φίλος, η τίγρης, παίζουν «Lassiball», ένα παιχνίδι όπου οι παίκτες είναι ελεύθεροι να εφεύρουν νέους κανόνες καθώς διεξάγεται το παιχνίδι. Δεν θα αρνηθώ ότι αυτό φαντάζει διασκεδαστικό. Θα ήθελα πολύ να δοκιμάσω αυτό το άθλημα, αλλά δεν ξέρω για πόσο καιρό θα μπορούσα να το εξασκήσω. Στην πράξη, ο νικητής του Lassiball είναι αυτός που είναι σε θέση να εφεύρει κανόνες που καθιστούν αδύνατη την επιτυχία των άλλων παικτών. Στο τέλος, η αναρχία που αγωνίζεται για την ελευθερία οδηγεί στο δικαίωμα του ισχυρότερου: Ο καθένας μπορεί να ανακηρύξει τον εαυτό του νικητή, επειδή το παιχνίδι έχει μετακινηθεί εντελώς από τον έξω κόσμο στο εσωτερικό κόσμο της σκέψης των παικτών.
Μια τέτοια διαλεκτική περί εξωτερικού και εσωτερικού, πρέπει να έπαιξε σημαντικό ρόλο στις συζητήσεις πριν και μετά τη Νίκαια. Ένα από τα κεντρικά ερωτήματα της συζήτησης αυτής ήταν αν είναι δυνατόν να μιλάμε για τον Θεό. Όχι μόνο για το τι μπορεί να ειπωθεί για τον Θεό, αλλά κυρίως αν μπορεί να ειπωθεί κάτι για τον Θεό. Πώς μπορεί η ατελής ανθρώπινη γλώσσα να μιλήσει για ‘το τέλειο’ που βρίσκεται πέρα από την κατανόησή μας;
Στην ιστορία της θεολογίας, το ερώτημα αυτό βρίσκει απάντηση με τρείς τρόπους που χρησιμοποιούμε τη θεολογική γλώσσα. Η ‘καλοσύνη του Θεού’ μπορεί να μοιάζει με την γνωστή σε μας ανθρώπινη καλοσύνη, αλλά είναι απείρως μεγαλύτερή της. Αυτό που τεχνικά ονομάζεται καταφατική (ή θετική) θεολογία, περιέχει το πρόβλημα πως οι έννοιες που περιγράφουν τον Θεό ταυτόχρονα μπορεί και να Τον περιορίζουν, στα πλαίσια ενός ανθρωπομορφισμού. Ο Θεός μοιάζει με τον άνθρωπο, αλλά είναι πολύ πιο ικανός.
Η αποφατική (ή μυστικιστική) θεολογία αρνείται μια τέτοια πράξη επισημαίνοντας ότι κάθε ανθρώπινη γλώσσα υστερεί ριζικά όταν αναφέρεται στο Θεό. Ο χρήστης μιας τέτοιας θεολογικής γλώσσας πρέπει να γνωρίζει πως η φύση του Θεού μπορεί να κατανοηθεί σωστά μόνο όταν έχουν απαρνηθεί όλες οι έννοιες της φυσικής γλώσσας. Το πρόβλημα όμως με μια τέτοια θεολογία είναι η εσωτερική αντίφαση που κρύβει: «Τι στο καλό σημαίνει ότι ο Θεός δεν μπορεί να χαρακτηριστεί με τα λόγια της φυσικής γλώσσας, επειδή … άχ … μόλις είπα κάτι για τον Θεό με τα λόγια της φυσικής γλώσσας». Δηλαδή ότι ο Θεός δεν μπορεί να αναφερθεί με λόγια της φυσικής μας γλώσσας. Το αποτέλεσμα δεν είναι παρά απορία και σύγχυση.
Υπάρχει ένα τρίτο, το διαμεσολαβητικό μοντέλο που αναγνωρίζει ότι η ανθρώπινη γλώσσα μπορεί να αναφέρεται στον Θεό αρκετά καλά, αλλά ποτέ τέλεια. Υποστηρίζει πως η θρησκευτική γλώσσα εμπεριέχει αναλογίες. Όμως η κατανόηση μιας αναλογίας δεν απαιτεί – τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό – την μέθοδο που χρησιμοποιεί η καταφατική θεολογία; Χωρίς αυτήν σαφώς δεν θα γνωρίζαμε καν τί εστί αναλογία [Williams 2005].
Η «μετα-νεωτερική» [**] κατανόηση του τί εστί δόγμα
Στον 19ο αιώνα, η θεολογική συζήτηση γύρω από τη φύση των δογμάτων θα γνώριζε μια επανεκκίνηση. Το νέο ερώτημα που είχε προκύψει αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα που χρησιμοποιούμε σχετίζεται με τον υποκειμενικό τρόπο που βιώνουμε και παρατηρούμε τον κόσμο, όχι τόσο αν τα αντικείμενα υπάρχουν πραγματικά έξω από τον νου μας. Όμως εδώ δεν πρόκειται για νέα αντίληψη. Ήδη την εποχή του Ειρηναίου, η θεολογία κατανοούσε την επίδραση που έχουν οι προκαταλήψεις και το γεγονός ότι αξιώματα – συνειδητά ή ασυνείδητα – μας καθοδηγούν στο πώς θεωρούμε τον κόσμο. Ωστόσο, η ‘καινοτομία’ της στροφής αυτής προς στον υποκειμενισμό υφίσταται στο ότι επιχειρεί να διορθώσει την πορεία τόσο έντονα που ο εξωτερικός κόσμος απειλείται να εξαφανιστεί εντελώς από το οπτικό μας πεδίο και να αντικατασταθεί παντελώς από τις εσωτερικές μας θεωρήσεις. Ο κόσμος, συνεπώς, δεν είναι παρά μια φαντασίωση όπου είμαστε σαν εκείνους που η αίσθηση της πραγματικότητας έχει αποκτήσει ελαφρά θολούρα.
Ένας τρόπος να διασωθεί έστω και εν μέρει η αντικειμενικότητα της θεολογίας είναι να παρουσιαστεί έτσι ώστε να έχει επίδραση στον κόσμο: Π.χ. ως γραμματική. Οι αφορισμοί του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν σχετικά με τη θρησκευτική γλώσσα δεν οδηγούν παρά στην ασάφεια, με την ερμηνεία καθόλου συμφωνημένη [Kerr 1988]. Η φιλόσοφος Ελίζαμπεθ Άνσκομπ, την οποία ο ίδιος ο Βιτγκενστάιν διόρισε ως θεματοφύλακα της λογοτεχνικής του κληρονομιάς, δήλωσε αργότερα ότι εδώ βρισκόταν το αδύναμο σημείο στη σκέψη του. Το αποτέλεσμα: «Άνθρωποι που απλώς αναστέναζαν», ακούγοντας κάποιο θρησκευτικό επιχείρημα, και παίρνοντας απλώς βαθιά ανάσα τρίβοντας το πρόσωπό τους με τα χέρια τους. Δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν. Υπήρχε όμως τίποτα καλύτερο;
Παρά την ασταθή θεμελίωσή του, ένας χαλαρός Βιτγκενσταϊνισμός έγινε η βάση πάνω στην οποία δημιουργήθηκε η μετα-νεωτερική ερμηνεία του τί εστί δόγμα. Ήταν παραδόξως η συντηρητική και σχετικιστική αυτή ρυθμιστική ιδέα που θα καθοδηγούσε τη ζωή και τη σκέψη, αλλά η σχέση της με τον έξω κόσμο δεν έμεινε παρά ασαφής [Lindbeck 2007]. Επειδή, η γραμματική μιας γλώσσας δεν μπορεί σε τίποτε άλλο να αναφερθεί από την ίδια τη γλώσσα. Διδάσκει πώς ομιλείται η γλώσσα, αλλά δεν λέει τίποτα για τον κόσμο γύρω. Διαβάζοντας, για παράδειγμα, τη σουηδική γραμματική, δεν είμαστε σε θέση να ανακαλύψουμε ούτε ένα στοιχείο για τη Σουηδία ή τους Σουηδούς. Έτσι, και η μετα-νεωτερική θεολογία, μπορεί να κατάφερε να διασώσει έναν συγκεκριμένο τρόπο ομιλίας, αλλά στην ουσία δεν είναι σε θέση να διευκρινίσει αν το λεγόμενο είναι αληθές ή όχι.
Η Christine Helmer, μεταξύ άλλων, ανέλυσε ορισμένες μορφές μετα-νεωτερικής θεολογίας και παρουσίασε την εξής κριτική: Εάν η θρησκευτική γλώσσα και τα δόγματα γίνονται κατανοητά μόνο ως γραμματική, το αποτέλεσμα είναι διανοητική ‘κλεισούρα’ [Helmer 2014]: Το δόγμα δεν αναφέρεται σε κάτι έξω από αυτό, αλλά μόνο στο ίδιο κι έτσι καταντά άκαμπτο, άναρχο. Επίσης, δεν είναι σαφές εάν το δόγμα αναφέρεται στον Θεό ή μόνο σε άλλα δόγματα. Με τον τρόπο αυτό, για άλλη μια φορά, βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι στη σκέψη μας και απομονωμένοι από τον έξω κόσμο.
Ιστορικά, και σύμφωνα με την Helmer, το χριστιανικό δόγμα συνδυάζει πάντα δύο διαλεκτικές πράξεις: την μαρτυρία και την διακήρυξη. Το δόγμα δεν είναι απλώς ένα γλωσσολογικό παιχνίδι, αλλά πρέπει και να πει κάτι για το πώς είναι ο κόσμος. Το κάνει αυτό με τις δύο αυτές πράξεις ομιλίας που δείχνουν χρονικά προς διαφορετικές κατευθύνσεις: Αφενός, η μαρτυρία που επιχειρεί να διατυπώσει και να περιγράψει γεγονότα αποκάλυψης που συνέβησαν στο παρελθόν. Αφετέρου, η διακήρυξη των γεγονότων αυτών, με γλώσσα κατανοητή από τον πολιτισμό της εκάστοτε εποχής.
Δύσκολη η επιλογή
Όταν η εκκλησία τον 4ο αιώνα προσπάθησε να διατυπώσει δόγματα, ενήργησε ακριβώς με τον τρόπο που περιγράφει η Helmer. Όσον αφορά τον δικό της ορισμό η Helmer βασίζεται στον ορισμό του Robert W. Jenson για τη σχέση μεταξύ Θεολογίας και Ευαγγελίου: «Για να διακηρύξουμε το Ευαγγέλιο, ας πούμε Φ (αντί για Χ)» (Jenson 1997). Η δογματική γλώσσα συνδέεται πάντα με τον αναστοχασμό και την επιλογή. Αυτό καθιστά όμως δυνατό και τον αιρετικό λόγο, που στην κυριολεξία της λέξης δεν άλλο από μια ‘επιλογή’. Η ιστορία της εκκλησίας είναι γεμάτη επιλογές, αλλά δεν είναι κάθε επιλογή αιρετική. Αίρεση είναι η εκούσια επιλογή να εισαχθεί μιας σιδερένια ράβδος στο σύστημα μετάδοσης κίνησης και το εμπόδιο για την περεταίρω λειτουργία του. Και είναι αυτό που προκάλεσε τα γεγονότα γύρω από την Νίκαια.
Ο Αρειανισμός θα ήταν εύκολη επιλογή για τους Χριστιανούς του 4ου αιώνα. Η αρειανή φιλοσοφία βρισκόταν σε απόλυτη αρμονία με την καλύτερη φιλοσοφία της εποχής, τον Πλατωνισμό. Γιατί όμως απορρίφθηκε; Μια απάντηση είναι πως δεν ήταν σύμφωνη με την πρακτική της εκκλησίας. Δεν αντιστοιχούσε δηλαδή στη θεμελιώδη διαίσθηση του τί σημαίνει πίστη και σωτηρία. Ο Αρειανισμός θα οδηγούσε την πίστη σε γνωστική ασυμφωνία.
Τι δίδασκε ο Άρειος και οι Αρειανοί; Αν τους συγκρίνουμε με τον μεταγενέστερο υπερασπιστή της Συνόδου της Νίκαιας, τον Αθανάσιο, βλέπουμε πως συμφωνούσαν απόλυτα στα περισσότερα θέματα. Και σύμφωνα με τους δύο, Θεός υπάρχει, είναι πρόσωπο, ο Υιός ήρθε στον κόσμο για να τον σώσει από τη δουλεία της αμαρτίας, ο Υιός πέθανε έναν θυσιαστικό θάνατο και η ανάστασή του είναι η εγγύηση της επάρκειας αυτής της θυσίας. Αν οι Αρειανοί και οι Νικαίοι περπατούσαν μαζί εκατό βήματα, θα περπατούσαν με τον ίδιο ρυθμό για περισσότερα από 95 βήματα μαζί, αλλά στη συνέχεια οι δρόμοι τους θα απέκλιναν. Γιατί; Τί σήμαιναν τα τελευταία βήματα;
Σύμφωνα με τον Αθανάσιο, το δόγμα του Αρειανού, παρόλο που ήταν πολύ κοντά στην χριστιανική ορθοδοξία, θα οδηγούσε σε εσωτερική αντίφαση ολόκληρη τη χριστιανική θεολογία, και θα την διέφθειρε ουσιαστικά και εξολοκλήρου. Η διδασκαλία του Αρείου ήταν μια πλατωνική σιδερένια ράβδος που με το χρόνο θα εισχωρούσε στον πυρήνα της πίστης της εκκλησίας. Μετά τον θάνατο του Άρειου, το έργο του υποστηρίχθηκε από πολλούς επισκόπους που είχαν υπογράψει τις δηλώσεις της Συνόδου της Νίκαιας, αλλά μετέπειτα τις ερμήνευσαν με αρειανό τρόπο [Ayres 2004].
Σύμφωνα με τον διάσημο ισχυρισμό του Άρειου, «υπήρχε μια εποχή που δεν υπήρχε Υιός». Ο Υιός είναι επομένως στην κλίμακα αξιών ένα σημείο χαμηλότερο από τον Πατέρα. Ωστόσο, ο Υιός είναι κατά κάποια έννοια θεϊκός, αλλά εξακολουθεί να είναι μέρος της δημιουργίας, αν και το πρώτο από όλα τα δημιουργημένα όντα. Πώς κατέληξε σ’ αυτή την ερμηνεία ο Άρειος;
Ο ομότιμος Αγγλικανός Αρχιεπίσκοπος Ρόουαν Γουίλιαμς υποστηρίζει στην πιο σημαντική σύγχρονη μελέτη του ότι η σκέψη του Άρειου καθοδηγούταν από την ισχυρή του δέσμευση με την ελληνική φιλοσοφία, που στη συνέχεια την υποστήριξε με βιβλικά επιχειρήματα. Ή, θέτοντάς το πιο σαφές, η διαμάχη του Άρειου ήταν μάλλον μια περίπλοκη διαφωνία σχετικά με τη φιλοσοφία της αιτιότητας και του χρόνου.
Στο σκεπτικό του Άρειου, οι έννοιες της ‘γέννησης’ και της ‘δημιουργίας’ είναι παρόμοιες· και οι δύο καταλήγουν σε χρονική και αξιολογική διαφορά μεταξύ γεννήτορα και γεννημένου, δημιουργού και κτιστού. Όμως, είναι ακριβώς αυτό που αμφισβητεί το Σύμβολο της Πίστεως. Υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο αυτών εννοιών: ο Υιός είναι «γεννημένος, όχι κτιστός». Επομένως, ο Υιός έχει την ίδια ουσία (είναι ομοούσιος) με τον Πατέρα.
Αναφέρω τρία στοιχεία που τα θίγουν τόσο ο Αθανάσιος όσο και ο Γρηγόριος Νύσσης. Το πρώτο αφορά στη δυνατότητα να μιλάμε για τον Θεό και τα υπόλοιπα δύο αφορούν στη φύση του Θεού. Ο Αρειανισμός και η ελληνική φιλοσοφία φαίνεται να θέτουν σημαντικές προκλήσεις στους τρείς ακριβώς αυτούς τομείς.
Κατά την πλατωνική φιλοσοφία, ο Θεός υπάρχει απέναντι σ’ αυτόν τον κόσμο και δεν μπορεί ποτέ να γίνει μέρος του. Έστω και αν ο Άρειος θέλει να ομολογήσει ότι ο Υιός αποκαλύπτει τον Πατέρα, στην ουσία μια τέτοια αποκάλυψη δεν είναι εφικτή, επειδή το κτίσμα δεν γνωρίζει τον πλάστη. Σ’ έναν «αρειανό κόσμο», ο Υιός δεν γνωρίζει τον Πατέρα. Πώς να αποκαλύψει ο Υιός κάτι που δεν γνωρίζει; Ο Αθανάσιος εκφράζει τη γνώμη του για αυτόν τον τρόπο σκέψης: ‘προφανής τρέλα’.
Δεύτερον, η χριστιανική εικόνα του Θεού έχει επικεντρωθεί στην ιδέα του Θεού που ταπεινώνει και υποβιβάζει τον Εαυτό Του όταν γίνεται άνθρωπος. Στο μοντέλο του Άρειου, αυτό δεν μπορεί να συμβεί. Ο Θεός του Άρειου είναι υπερήφανος και σιωπηλός. Δεν ενδιαφέρεται για την ανθρωπότητα, δεν αποκαλύπτεται, δεν νοιάζεται, δεν κατεβαίνει, παραμένει απόμακρος, δεν γίνεται άνθρωπος, δεν αισθάνεται πόνο και βάσανα.
Τρίτον, αν ο Υιός δεν είναι Θεός, τότε και αυτός έχει ανάγκη από σωτηρία. Βρίσκεται στην ίδια μοίρα με την ανθρωπότητα. Και είναι κι αυτός αντίθετος με τον Θεό, όπως η υπόλοιπη δημιουργία [Ανατόλιος 2011]. Παρά το γεγονός ότι οι Αρειανοί ήταν πολύ κοντά στους Νικαίους από πολλές απόψεις, το μοντέλο του Άρειου θα οδηγούσε την χριστιανική κοσμοθεωρία σε εσωτερική αντίφαση. Η μηχανή θα σταματούσε να λειτουργεί.
Έχοντας λοιπόν εξετάσει τα προβλήματα που θα προκαλούσε η άποψη των Αρειανών, ας ρίξουμε μια ματιά στους ισχυρισμούς της Νίκαιας.
Τι μας διδάσκει η Νίκαια περί ‘πραγματικότητας’;
Θα παρουσιάσω τρεις θέσεις, οι οποίες όλες μπορούν να εξαχθούν από το επιχείρημα που παρουσίασα στην αρχή.
Θέση Α΄: Ο Θεός δεν είναι μέρος του κόσμου.
Ο Θεός δεν είναι ο κόσμος, όπως διδάσκει ο πανθεϊσμός. Ο Θεός δεν είναι καν η ψυχή του κόσμου, όπως διδάσκει ο πανενθεϊσμός. Ο Θεός βρίσκεται απέναντι στον κόσμο. Για να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα των μυστικιστών: Ο Θεός είναι ο μη-κόσμος. Ο Θεός είναι όλα όσα δεν είναι ο κόσμος. Κανένα μέρος του κόσμου δεν είναι τέτοιο που θα μπορούσαμε να πούμε, ‘κοιτάξτε, εδώ βρίσκεται ο Θεός!’ Αντ’ αυτού, το Σύμβολο Πίστης της Νίκαιας λέει: Περιηγηθείτε στις άκρες του κόσμου και του σύμπαντος, δείτε όλα τα θαύματά τους και τους λόγους να εκπλήσσεται κανείς, και πείτε: ούτε αυτά είναι ο Θεός. Με άλλα λόγια, ο Θεός δεν μπορεί να φυλακιστεί. Ούτε στη γλώσσα, ούτε στην ύλη, ούτε στη φιλοσοφία, ούτε στην ταυτότητα, ούτε σε οτιδήποτε μπορούμε να ονομάσουμε. Αυτό άλλωστε εννοεί και η εντολή να μην χρησιμοποιούμε το όνομα του Θεού μάταια: Δεν μπορούμε να εντοπίσουμε τον Θεό ή να τον απαιτήσουμε ως εγγυητή του έργου που παρουσιάζει το εγώ μας σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή.
Θέση Β΄: Είμαστε χωρισμένοι από τον Θεό.
Είμαστε μέρος του κόσμου. Επομένως, δεν είμαστε μέρος του Θεού. Δημιουργηθήκαμε χωριστά από τον Θεό, απέναντί Του. Αυτή είναι η κατάστασή μας βάσει της δημιουργίας μας. Προερχόμαστε από το τίποτα και βρισκόμαστε στο δρόμο απ’ όπου προήλθαμε: το κενό. Υπήρξε μια εποχή, όταν δεν ήμασταν, και θα υπάρξει εποχή όταν δεν θα υπάρχουμε πια. Η αμαρτία δεν αλλάζει σημαντικά τον βασικό αυτό προσανατολισμό μας, αν και επιταχύνει την ταχύτητα με την οποία επιστρέφουμε στο σημείο εκκίνησής μας.
Αντίθετα, ο Υιός δεν είναι μέρος του κόσμου. Δεν προέρχεται από το κενό, αλλά από την πληρότητα του Πατέρα. Τίποτα σε Αυτόν δεν είναι τίποτα. Σε αυτόν υπάρχει κάθε δυνατή καλοσύνη, ομορφιά και αρμονία. Όταν ο Υιός συναντά τον κόσμο, και τον άνθρωπο ξεχωριστά, στο δρόμο του από το κενό στη λήθη, διακόπτει τη φυσική αυτή διαδικασία. Όταν ο Υιός λαμβάνει ανθρώπινη μορφή, το ταξίδι της συνηθισμένης διαδικασίας του κόσμου αλλάζει. Προέρχεται μεν από το κενό, αλλά ο στόχος τώρα γίνεται διαφορετικός: Όχι πλέον η λήθη/ο τερματισμός της ύπαρξης, αλλά η σύνδεση με κάθε τι το αγαθό, αληθινό και όμορφο.
Θέση Γ΄: Η απόλυτη πραγματικότητα είναι σχεσιακή και δυναμική, όχι στατική.
Παραδέχομαι ότι αυτό ακούγεται άσκοπα τεχνικό και κλισέ. Ωστόσο, θα προσπαθήσω να εξηγήσω τι σημαίνει. Η Νίκαια μας παρουσιάζει μια τολμηρή θέση για το πώς είναι ο κόσμος στο βάθος του. Εμείς αντιλαμβανόμαστε μόνο την επιφάνεια του κόσμου, όπως ένας ναυτικός βλέπει μόνο ό,τι βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας· δεν βλέπει το βαθύ χάσμα από κάτω. Αυτό που η Νίκαια θέλει να μας πει είναι το τί βρίσκεται στο βάθος. Εξάλλου αυτός ήταν και ένας από τα κεντρικούς σκοπούς της ελληνικής φιλοσοφίας που βασικά πρότεινε δύο λύσεις στο πρόβλημα αυτό: Είτε ο κόσμος είναι θεμελιωδώς στατικός, ακίνητος και αμετάβλητος είτε είναι κόσμος συνεχούς αλλαγής και αντιπαλότητας, δηλαδή όλων εναντίον όλων.
Η Νίκαια αρνείται και τις δύο αυτές απαντήσεις της ελληνικής φιλοσοφίας, επειδή θεωρεί ως βαθύτερη πραγματικότητα την αρμονία μεταξύ προσώπων. Η αρμονία αυτή δεν είναι στατική, είναι δυναμική που προσκαλεί κάθε άλλο πρόσωπο που βρίσκεται απ’ έξω, με μια σχεσιακή διαδικασία βασισμένη στην Αγάπη – Αγάπη που δίδεται για χάρη του άλλου – όχι στην αντιπαράθεση ή στη βία. Ο «Λόγος που σαρκώνεται» και εισέρχεται στον ανθρώπινο πόνο δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στη λήθη ή το τίποτα, αλλά επειδή ο Λόγος ταυτίζεται με τον Θεό, αναιρεί το «τίποτα» και απολυτρώνει τον κόσμο.
Ο Θεός είναι ο Λόγος, και ο Λόγος είναι ο Θεός. Ο Θεός που περιγράφεται στη Νίκαια δεν είναι ο θεός του Άρειου, αλλά ο Θεός που μιλά και που αγαπά. Ένας Θεός που δεν μένει μακριά αλλά έρχεται κοντά.
Ο θεός του Άρειου παραμένει θεός σιωπηλός. Κάθεται σιωπηλά και δεν ενδιαφέρεται για το τί συμβαίνει στον κόσμο. Υπάρχει, αλλά όχι για τον κόσμο. Δεν είναι παρών στον κόσμο. Ο θεός του Άρειου ούτε καν δημιουργεί τον κόσμο, και συνεπώς, δεν έχει λόγο να τον λυτρώσει. Όντως, δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει τίποτα για τον θεό του Άρειου και δεν μπορεί καν να μιλήσει γι’ αυτόν. Ο ίδιος, ούτε μιλάει ούτε αποκαλύπτει τον εαυτό του. Γι’ αυτό ο Αθανάσιος αποκαλεί το δόγμα αυτό του Άρειου ‘τρέλα’, επειδή πέφτει σε αντίφαση χωρίς να το συνειδητοποιεί όταν επιχειρεί να μιλήσει για κάτι που απαγορεύει την ομιλία. Έτσι η συζήτηση περί Θεού παύει να είναι θεολογία. Τίποτα περισσότερο από μια ανταλλαγή απόψεων ή υποκειμενικών προτιμήσεων. Θεολογία που δεν καθοδηγείται από τον λόγο αλλά από το πάθος καταντά μυθολογία.
Κι αν η Εκκλησία έκανε λάθος;
Στο δοκίμιο αυτό επιχείρησα να περιγράψω δύο φαινομενικά παρόμοια, αλλά θεμελιωδώς διαφορετικά – ακόμη και αντίθετα – μοντέλα κατανόησης του κόσμου. Ωστόσο, δεν έχω προσφέρει τους λόγους για τους οποίους ένα από αυτά τα μοντέλα θα μπορούσε να είναι αληθές. Με άλλα λόγια, δεν ισχυρίστηκα ότι η περιγραφή του κόσμου στο μοντέλο της ‘Νίκαιας’ είναι αληθής και η περιγραφή του κόσμου στο αρειανό μοντέλο εσφαλμένη. Μίλησα μόνο για το τί προκύπτει λογικά από τα δύο αυτά μοντέλα. Προσπάθησα όμως να υπογραμμίσω τη δραματική διαφορά μεταξύ των δύο αυτών κόσμων, του Αθανάσιου και του Αρειανού, και τί ήταν αυτό ακριβώς που οδήγησε έναν Τόρανς να εκφραστεί όπως ανέφερα στην αρχή.
Για όλα ισχύει η ακόλουθη παρατήρηση: Τίποτα από αυτά δεν είναι απαραίτητα αληθές. Η Νίκαια μπορεί όντως να ήταν λάθος. Ο Άρειος μπορεί κάλλιστα να είχε δίκιο. Αλλά αν η Νίκαια ήταν ένα λάθος, η εκκλησία όχι μόνο θα είχε τις λάθος πεποιθήσεις για τον Θεό, αλλά και ολόκληρη η κατανόησή μας για τη φύση της πραγματικότητας θα ήταν εσφαλμένη. Η πορεία που ακολούθησε ο κόσμος από το 325 και μετά θα ήταν μια άθλια ατυχία, μια επανάσταση βασισμένη απλώς σε ευσεβείς πόθους.
Κάποια από τα πιο σημαντικά ονόματα της δυτικής φιλοσοφίας έχουν υποστηρίξει, και συνεχίζουν να υποστηρίζουν, ότι αυτό είναι ακριβώς που συνέβη. Ότι δηλαδή ο Χριστιανισμός παρέσυρε τον κόσμο και του επέβαλε τις δικές του αξίες.
Όταν η εκκλησία αναλογίζεται την κληρονομιά της Νίκαιας 1700 χρόνια μετά, δεν πρέπει να ενδιαφέρει αυτό μόνο μερικούς παλιομοδίτικους μελετητές και ποιμένες αγροτικών εκκλησιών που είναι αποξενωμένοι από την πραγματικότητα εντρυφώντας στις όποιες αφηρημένες, μεταφυσικές ιδέες. Επειδή ολόκληρος ο κατοικημένος κόσμος ακούγοντας τον στοχασμό αυτό υφίσταται τις συνέπειές του.
Πηγές
Anatolios, K. (2011). Retrieving Nicaea: the development and meaning of Trinitarian doctrine. Grand Rapids, MI, Baker Academic.
Ayres, L. (2004). Nicaea and its legacy: an approach to fourth-century Trinitarian theology. Oxford, Oxford University Press.
Coakley, S. (2000). What Does Chalcedon Solve and What Does It Not? Oxford, Oxford University Press: 143-163.
Helmer, C. (2014). Theology and The End of Doctrine. Louisville, Westminster: John Knox Press.
Jenson, R. W. (1997). Systematic Theology. Vol 1. The Triune God. New York: Oxford University Press.
Kerr, F. (1988). Theology after Wittgenstein. Oxford: Blackwell.
Lindbeck, G. A. (2007). The nature of doctrine: religion and theology in a postliberal age. 25th Anniversary edition, Louisville, KY: Westminster John Knox Press.
Torrance, A. (2001). «Being of One Substance With the Father», in Nicene Christianity. The Future for a New Ecumenism, C. Seitz, Grand Rapids: Brazos Press, 49-61.
Williams, T. (2005). ”The Doctrine of Univocity is True and Salutary.” Modern Theology 21: 575-585.
[*] Ο καθηγητής Δογματικής στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι Όλι-Πέκα Βαΐνιο εκτιμά τη σημασία του Συμβόλου Πίστης της Νίκαιας για τους Χριστιανούς σήμερα. Το άρθρο του αυτό δημοσιεύτηκε στις 20 Μαΐου 2025, στην φινλανδική απολογητική ιστοσελίδα «Areiopagi», https://www.areiopagi.fi/. Μετάφραση από τα Αγγλικά: Έραστος Φίλος
[**] Το πρωτότυπο κείμενο κάνει χρήση του όρου „post-liberalism“ (στμ.)
