Αρχαίες Θρησκείες και Χριστιανισμός

Του Έραστου Φίλου

Το 1927 πρωτο-εκδόθηκε στην Αθήνα ένα βιβλίο του Γιάννη Κορδάτου, με τίτλο «Αρχαίες Θρησκείες και Χριστιανισμός». Ο Κορδάτος φοίτησε σε σχολεία της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης, και τέλειωσε το γυμνάσιο στον Βόλο. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα. Ήταν πολυγραφότατος, μελετητής της ελληνικής ιστορίας από την αρχαιότητα έως την σύγχρονη εποχή. Υπήρξε από τα ιδρυτικά στελέχη της «Φοιτητικής Συντροφιάς» και του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδος – Κομμουνιστικό ή ΣΕΚΕ(Κ), προκατόχου του ΚΚΕ, και διετέλεσε γενικός γραμματέας του από το 1920 ως το 1924 και διευθυντής της εφημερίδας «Ριζοσπάστης» (1922-1924). Το 1927, αποχώρησε από το ΚΚΕ, επειδή διαφώνησε με τις θέσεις του κόμματος για την Μακεδονία. Συνέχισε ωστόσο να είναι κοντά στο ΚΚΕ, και φυλακίστηκε στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά.

Το βιβλίο αυτό επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις Μπουκουμάνη στην Αθήνα, το 1973, με 327 σελίδες. Εξετάζει το πρόβλημα της καταγωγής της θρησκείας, παρακολουθώντας την εξέλιξή της από την πρωτόγονη εποχή της προγονολατρείας μέχρι την πρώτη μονοθεϊστική θρησκεία, τον Ιουδαϊσμό. Σ’ αυτό ο Κορδάτος επιχειρεί μια «αντικειμενική έρευνα» για την εξέλιξη της θρησκείας μέσα σ’ ένα ιστορικο-κριτικό, κοινωνιολογικό πλαίσιο. Την μετάβαση από την πολυθεΐα της ανθρωπότητας προς τον μονοθεϊσμό την σκιαγραφεί (με τον Ιουδαϊσμό ως κρίκο) κάτω από τις συνθήκες ιστορικο-υλιστικής μαρξιστικής θεώρησης. Με παρόμοιο τρόπο εξετάζει, τόσο την ιστορικότητα του, όσο και τις πηγές του πρωτο-χριστιανισμού (χαρακτηρίζοντάς την «αντικειμενική έρευνα»). Όσον αφορά το κοινωνικό περιεχόμενο των ευαγγελίων, εξηγεί τη σχέση των ευαγγελικών κειμένων με τις ανάγκες/προσδοκίες των «λαϊκών μαζών». Γενικά θεωρεί ο Κορδάτος τη θρησκεία ως φαινόμενο ιστορικό, στα πλαίσια τάξεων, εξουσίας κ.λπ.

Το 1957 εκδίδεται, για πρώτη φορά το έργο του Σάββα Ι. Κανταρτζή, ως αντίλογος προς τον Κορδάτο με ίδιο τίτλο, αλλά με την επιπλέον επεξήγηση: «Απάντηση στον Γ. Κορδάτο». Ο Κανταρτζής γράφει το βιβλίο του, επιχειρηματολογώντας υπέρ μίας χριστιανικής παράδοσης, σε αντιδιαστολή με την ιστορικο-κοινωνική κριτική προσέγγιση του Κορδάτου. Εξετάζει, αναλύει και αντιπαραθέτει στοιχεία ιστορικά, θεολογικά και φιλοσοφικά στα επιχειρήματα του Κορδάτου. Το βιβλίο προβάλλει ότι οι αρχαίες θρησκείες δεν μπορούν να εξομοιωθούν πλήρως ή να αποδοθούν μόνο μέσω κοινωνικό-υλιστικών οπτικών· τονίζει τον μεταφυσικό, θρησκευτικό και θεολογικό χαρακτήρα της θρησκείας ο οποίος υποβαθμίζεται από τον Κορδάτο.

Ο Σάββας Κανταρτζής έγραψε αρκετά βιβλία. Μόνο τα απομνημονεύματά του, «Νίκη Χωρίς Ρομφαία –  Η Δαμασκός του 20ου Αιώνα» [1], αποτελούνται από δεκατρείς πυκνογραμμένους τόμους. Παρουσιάζουν ενδιαφέρον γιατί, εκτός από την πολυτάραχη ζωή του, καταγράφει και σημαντικά εθνικά και παγκόσμια ιστορικά γεγονότα, στα χρόνια που έζησε στον Πόντο, στη Ρωσία και στην Ελλάδα. Από τον Πόντο εγκαταστάθηκε στην Κατερίνη, μαζί με πολλούς άλλους ομόδοξούς του. Δημοσιογράφος μεν, αλλά ήταν ανάγκη να ασχοληθεί αρκετά χρόνια και με τη γεωργία. Τη δεκαετία του 1930, εξέδωσε πρώτος εφημερίδα στην Κατερίνη, την «Ηχώ των Πιερίων». Έπειτα, στη Θεσσαλονίκη ασχολήθηκε με τα συνδικαλιστικά. Ήταν δραστήριος και του ανατέθηκε η διεύθυνση και σύνταξη της εφημερίδας «Αγροτικός Αγώνας», όργανο του αγροτικού τμήματος του ΚΚΕ. Παράλληλα του ανατέθηκε η ευθύνη να σχεδιάσει και να διοργανώσει τη ‘διαφώτιση’ και την προπαγάνδα του πληθυσμού της Μακεδονίας και της Θράκης. Συνελήφθη και εξορίστηκε στο νησί Άγιος Ευστράτιος. Το νησί αυτό έγινε «η Δαμασκός» του. Όμως, πιστεύοντας στον Ιησού Χριστό αποκήρυξε τον Μαρξισμό, αλλά δεν θέλησε να υπογράψει δήλωση μετάνοιας και απάρνησης του κόμματος. Όταν αφέθηκε ελεύθερος, άρχισε να διακηρύττει την αλλαγή που έφερε ο Χριστός στη ζωή του.

Ήταν τότε που άρχισε να δημοσιεύει, σε μορφή επιφυλλίδας στην εφημερίδα «Κήρυξ των Πιερίων Κατερίνης» και της οποίας ήταν αρχισυντάκτης, την απάντησή του στο βιβλίο του Γιάννη Κορδάτου, ιστορικού και στελέχους του ΚΚΕ, με τον ίδιο τίτλο. Μόλις ολοκληρώθηκε η απάντηση, εξέδωσε τα κείμενα σε μορφή βιβλίου, το οποίο έτυχε ευμενούς υποδοχής από ανθρώπους των γραμμάτων.  Ο γνωστός νομικός, πολιτικός και καθηγητής πανεπιστημίου Αλέξανδρος Βαμβέτσος, σε μακροσκελές γράμμα του, έγραψε για το βιβλίο του Σ. Κανταρτζή τα εξής[2]:

Η εντύπωσή μου είναι πως σπάνια γράφηκε τόσο γλαφυρά, τόσο ευχάριστα, με τόση πληρότητα ένα βιβλίο σαν το δικό σας… Πάντως στις 236 αυτές ζουμερές σελίδες, κάνετε την καλύτερη δυνατή απολογία της θρησκείας και του Χριστιανισμού και θα έπρεπε το βιβλίο σας να τυπωθεί από την Εκκλησία σε χιλιάδες αντίτυπα και να μοιραστεί στους νέους… Σας συγχαίρω ειλικρινά, γιατί με τόση μαεστρία κουρελιάσατε τα επιχειρήματα του Κορδάτου.

Το 1978 το βιβλίο του Σάββα Ι. Κανταρτζή τυπώθηκε σε δεύτερη έκδοση από τις εκδόσεις Ελληνικού Κινήματος Πνευματικής Αναγεννήσεως, σε 302 σελίδες.

Οι περιγραφές και η τοποθέτηση του έργου, ως «απάντηση» στον Κορδάτο, δείχνουν πώς ο Κανταρτζής αντιλέγει στη μαρξίζουσα, ιστορικο-υλιστική ανάγνωση της θρησκείας/χριστιανισμού του Κορδάτου, προτάσσοντας μια θεολογική–μεταφυσική θεώρηση. Επανεξετάζει ζητήματα όπως: πηγές για τον πρωτοχριστιανισμό, ο ρόλος του Παύλου, η εξάπλωση του χριστιανισμού, και η αξιολόγηση του κοινωνικού περιεχομένου των ευαγγελίων, συχνά στα ίδια κεφάλαια που αναπτύσσει και ο Κορδάτος—αλλά με αντιρρητική στόχευση.

Στον πρόλογο του βιβλίου του ο Κανταρτζής επικρίνει το πνεύμα που ώθησε τον Γιάννη Κορδάτο να γράψει στο βιβλίο του:

Είναι περιττό να πω ακόμα ότι απέναντι στον συγγραφέα δεν δοκίμασα παρά μόνο οίκτο και συμπάθεια. Κρίμα στους κόπους του – σκέφτηκα – να ερευνά, να μαζεύει και να συναρμολογεί τόσο υλικό για να φτιάξει ένα επιστημονικό τερατούργημα! Και πιο κρίμα στους τόσους οραματισμούς του για το νέο κόσμο της ισότητας και της δικαιοσύνης που λαχταρά, χωρίς τον Θεό! Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τραγικότητα από την αυταπάτη του ανθρώπου που φαντάζεται τον εαυτό του σοφό, ενώ του λείπει το στοιχείο και η αρχή της σοφίας: ο φόβος του Κυρίου. (σ. 16).

Η καλή πίστη, ο σεβασμός προς την αλήθεια, η ψυχραιμία στη σκέψη και η ελευθερία στις κρίσεις, αρετές που διακρίνουν τον αληθινό επιστήμονα, λείπουν ολότελα από το σύγγραμμα, ενώ η προκατάληψη του συγγραφέα και το πάθος του έβαλαν την σφραγίδα τους σε όλες τις σελίδες και τις γραμμές του. (σ. 17)

Παραθέτουμε κάποια σχόλια του Σάββα Κανταρτζή για το βιβλίο του Γιάννη Κορδάτου:

Ο Κορδάτος αιχμάλωτος όπως είναι ορισμένης αυτό-τιτλοφορούμενης επιστημονικής ιδεολογίας, βγάζει σκάρτους ακόμα και τους κορυφαίους της επιστήμης, της ιστορίας και της φιλοσοφίας, που με το έργο και το όνομά τους γέμισαν την ιστορία του πολιτισμού, ενώ δίνει διπλώματα επιστημονικής αυθεντίας σε ημερολόγια και σημειώσεις ανύποπτων περιηγητών, αρκεί να είναι στην ίδια γραμμή με τις απόψεις του (σ. 23επ.).

… [Η] ιστορία της θρησκείας, συνυφασμένη με την ιστορία της ανθρωπότητας, συνεχίζει προοδευτικά και ανεμπόδιστα το δρόμο της. Δεν είναι υλιστές όσο και αν είναι διαφημισμένη η μεγαλοφυΐα τους που δημιουργούν την ιστορία αλλά οι λαοί και οι λαοί χωρίς θρησκεία ούτε έζησαν ποτέ, ούτε μπορούν να ζουν (σ. 25).

Σχετικά με την δήλωση του Κορδάτου ότι «η θρησκεία αλλάζει μορφή ολοένα», απαντάει ο συγγραφέας Σάββας Κανταρτζής:

«[Η] θρησκεία αλλάζει μορφές ολοένα», αλλά αλλάζει για να αποκτήσει τελειότερη μορφή και καθαρότερο περιεχόμενο, και καθόλου για να «λείψει ολότελα στο μέλλον ως κοινωνικό φαινόμενο». … [Η] θρησκεία … και αν ακόμα δεχτούμε σαν σωστή τη γραμμή αυτή, ακολουθώντας τα σκαλοπάτια της πολιτιστικής ανόδου των λαών, αρχίζει από τον ανιμισμό, προχωρεί στον τοτεμισμό και φθάνει στην προγονολατρεία. Ύστερα μπαίνει στην περίοδο της πολυθεΐας και ηρωολατρείας και καταλήγει στην απλούστερη και τελειότερη μορφή του μονοθεϊσμού όταν το αναπτυγμένο πνεύμα του ανθρώπου κατατοπίζεται καλύτερα στα φυσικά και μεταφυσικά προβλήματα. Αν η θρησκεία ήταν φαινόμενο παροδικό και ξώπετσο και όχι έκφραση βαθιάς ψυχικής ανάγκης και ενέργειας, ασφαλώς θάσβυνε με το πρώτο φύσημα της διανοητικής αφύπνισης των λαών … [Και] όσο οι λαοί θα καταλάβαιναν ότι η θρησκεία είναι ψέμα δεν θα τους έμενε παρά να την θάψουν – όχι να της αλλάξουν την μορφή (σ. 30επ).

Όμως η θρησκεία υπάρχει από καταβολής κόσμου, αχώριστος σύντροφος των λαών, ακριβώς γιατί μόνο αυτή εκφράζει τις βαθύτερες ψυχικές ανάγκες του ανθρώπου, μόνο αυτή ανταποκρίνεται στους υπερβατικούς συναισθηματισμούς της ψυχής, καθησυχάζει τις αγωνίες της και ικανοποιεί τους πόθους της και μόνον αυτή δημιουργεί την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία η ψυχή προσπαθεί με έναν τρόπο ανθρώπινο (ειδωλολατρία) ή θείο (χριστιανισμός) να επικοινωνεί με τον Πλάστη της και με το Υπερπέραν (σ. 71).

Αλλά και εξηγεί, πως:

Ή από την προϊστορική εποχή μονοθεϊστική θρησκεία των Ιουδαίων και η πίστη τους στον ένα αληθινό Θεό, που δεν μπορεί να οφείλεται παρά σε αποκάλυψη, ανατρέπει ολόκληρο το σάπιο οικοδόμημα του Κορδάτου ακόμα και τη σχολή στην οποία ανήκει για τους τεχνικούς και τους παραγωγικούς παράγοντες της καταγωγής της θρησκείας (σ. 77).

Διαλέγεται με τον Κορδάτο επίσης και σχετικά με την υλιστική θεωρία εξέλιξης του νου που είναι πάλι σήμερα της μόδας. Γράφει πως δεν είναι ο νους του ανθρώπου που εξελίχτηκε με τη χρήση της γλώσσας, αλλά ότι συμβαίνει το αντίθετο:

Δεν είναι έργο και κατάκτηση των λέξεων ο νους αλλά αντιθέτως έργο και κατάκτηση και θαυμαστό όργανο του νου είναι οι λέξεις όπως και όλα τα επιτεύγματα της επιστήμης και τα αριστουργήματα της τέχνης και της τεχνικής. Η γλώσσα υπηρετεί τον νου, δεν τον διευθύνει, τον συμπληρώνει και τον επεκτείνει, δεν τον δημιουργεί (σ. 42).

Στην ιδέα του Κορδάτου ότι «είναι ανοησία» η θρησκεία και ότι ο «κόσμος δημιουργήθηκε από τους θεούς», ο Κανταρτζής αντιτείνει πως «οι λαοί με το κοινό, αλλά πάντα μυαλωμένο μυαλό τους, δεν μπορούσαν να εννοήσουν κόσμο αυτοδημιούργητο». Και συνεχίζει: «η δημιουργία προκαλεί το λογικό να βρει τον δημιουργό – μόνο το άλογο και το αμύγδαλο δεν προκαλείται μπροστά στο ολοφάνερο γεγονός της δημιουργίας». Στο ειρωνικό ερώτημα του Κορδάτου «Ποιος δημιούργησε τον δημιουργό;» απαντάει: «ο δημιουργός δημιουργεί δεν δημιουργείται» (σ. 110). Και συνεχίζει το επιχείρημά του: «Το να μιλάει κανείς για θαυμάσιο σύμπαν – πράγμα που σημαίνει αναγνώριση μιας θαυμάσιας πραγματικότητας – και να μη αναγνωρίζει και εξυμνεί τον Ποιητή του Σύμπαντος αυτού, είναι πνευματική τύφλωση και αχαριστία της χειρότερης μορφής, γιατί ο θαυμασμός πηγάζει από καρδιά που αισθάνεται, χαίρεται και αναγνωρίζει, εσωτερικά, σαν θαυμάσιο το Σύμπαν» (σ. 113).

Επίσης, εξηγεί την άρνηση:

Κι ο άπιστος που περηφανεύεται για τα ατσάλινα νεύρα του, δεν καταλαβαίνει ότι αυτή τη δύναμή του την αντλεί από το θρησκευτικό υπόστρωμα της ψυχής του, και ανεβάζοντας την απιστία του σε ένα είδος θρησκείας – το ερζάτζ της θρησκείας, – στη θρησκεία της ιδεολογίας, που είναι προϊόν εποχών, που έρχονται και παρέρχονται, και όχι καρπός βαθιών και σταθερών ψυχικών αναγκών. Αυτή τον οπλίζει προσωρινά με θάρρος – και το θάρρος της αδιαφορίας, της ασυδοσίας, και του πείσματος – δεν λύνει το ψυχικό του πρόβλημα – τελικά όμως δεν τον σώζει από το φυσικό και πνευματικό θάνατο» (σ. 126επ).

Κόντρα στο επιχείρημα του Κορδάτου, ο οποίος στηρίζεται στον Επίκουρο, ότι η βάση κάθε θρησκείας είναι η αμάθεια και αμορφωσιά γράφει ο Κανταρτζής:

Η ανθρωπότης ολόκληρη χρειαζόταν θρησκεία ανθρωπίνων και πανεθνικών διαστάσεων, που θα ανανέωνε τις πνευματικές της δυνάμεις και θα πλήρωνε το χάσμα που άφησε στην ψυχή της η κατάρρευση της ειδωλολατρίας. … Η ανθρωπότης τον δέχτηκε [τον Χριστιανισμό] όχι από αμάθεια αλλά ίσα ίσα, γιατί βρήκε στον Χριστιανισμό τη γνώση της ζωής και το θεμέλιο της μόρφωσής της. Απόδειξη ότι τη δέχτηκαν πρώτα οι μορφωμένοι λαοί ενώ οι αμόρφωτες και βάρβαρες φυλές όταν τον ασπάστηκαν, ύστερα από κόπους και θυσίες των χριστιανών ιεραποστόλων, εξευγενίστηκαν και με τον καιρό πραγματοποίησαν άλματα στον τομέα του πολιτισμού» (σ. 133επ.)

Και κλείνει το επιχείρημά του αυτό με τα λόγια:

Στην πραγματικότητα η αμάθεια είναι η πρωταρχική και παντοτινή βάση της αθρησκείας (σ. 136).

Στην «κριτική του μαρξισμού» (κεφ. 4) ο Κανταρτζής γράφει:

Ασφαλώς, θα χρειαστεί αρκετός ακόμα χρόνος για να ξεκαθαρίσει, θεωρητικά και πρακτικά, η υπόθεση του μαρξισμού σε παγκόσμια κλίμακα μια και ο διαλεκτικός υλισμός έγινε καθεστώς, και δημιούργησε καταστάσεις και συμφέροντα, που εύκολα δεν υποχωρούν με την πειθώ και τις διαλεκτικές συζητήσεις. Όμως σήμερα είναι έξω από κάθε αμφιβολία, ότι ο υλισμός του Μαρξ έχασε την αίγλη της επιστήμης και του ωραίου οράματος στα μάτια των περισσοτέρων από τους σημερινούς φανατικούς οπαδούς του, ενώ για τους εχθρούς του, με τα τρωτά που παρουσίασε στην πράξη, έγινε ο στόχος της πιο καυστικής και αξιοπρόσεκτης κριτικής. Τώρα πέρασε κιόλας από την επίθεση στην άμυνα και από κατήγορος έγινε κατηγορούμενος, που πάει να σωθεί, έτοιμος να θυσιάσει ακόμα και τις θεμελιακές του αρχές. Κάποτε ο μαρξισμός έδινε την εντύπωση μιας ζωντανής δυναμικής και άψογης επαναστατικής ιδεολογίας, με συγκεκριμένους αντικειμενικούς σκοπούς, με προοπτικές που σαγήνευαν τη φαντασία, έδιναν υλικό για θεωρητική θεμελίωση των πιο χρυσών ονείρων της νεολαίας, φλόγιζαν τις ψυχές και τις καρδιές χιλιάδων και εκατομμυρίων ανθρώπων, που τους έτρωγε η λαχτάρα ενός κόσμου δικαιοσύνης και ελευθερίας. Τώρα, ύστερα από εκατόχρονη δοκιμασία στην ιστορική και κοινωνική πράξη κατάντησε ένα άψυχο, ψυχρό και στυγνό δόγμα – κενές και αφηρημένες έννοιες, στερεότυπες, από-πνευματοποιημένες και κατεψυγμένες ορολογίες, φρασεολογίες ανούσιες και ανιαρές που τις παπαγαλίζουν με νηπιακή αφέλεια ή με αλαζονική κουφότητα οι νεοφώτιστοι. … Οι προχειριζόμενοι για διάδοχοι του Μαρξ, στρυμωγμένοι από τα γεγονότα και τα ογκολιθικά μεταφυσικά προβλήματα – που άφησε εκκρεμή εκείνος, τα πρόβαλε όμως με την οξύτερη μορφή τους ο εικοστός αιώνας – δεν είναι σε θέση ούτε μιά δική τους πέτρα να προσθέσουν στον μαρμαρωμένο θεωρητικό κάστρο του Μαρξ, ούτε μία γραμμή να χαράξουν που να μη την αλλάζουν χίλιες φορές, ούτε μια καινούργια ιδέα να γεννήσουν που θα αντικαθρεφτίζει μαρξιστικά έστω τον υδρογονικό αιώνα μας στον τομέα της φιλοσοφίας της ιστορίας και της τέχνης (σ. 198επ.)

Και επίσης:

Ο Μαρξ, ο νομικός, ο ιστορικός, ο φιλόσοφος, ο οικονομολόγος, ο δημοσιογράφος και πολιτικός, που για φυσικές επιστήμες δεν γνώριζε τίποτα περισσότερο από όσα ένας κοινός ερασιτέχνης, ή ένας μέτριος εγκυκλοπαιδικός, είχε την αλαζονεία να νομίζει ότι η γνώσεις του, για τη ζωή και για τον κόσμο, ήταν τόσο σωστές, και τα υλικά, με τα οποία σύνθεσε, το σύμπαν, τόσο γνήσια, ώστε να μη διστάσει ξεπερνώντας σε οίηση κάθε ανθρώπινο όριο, να χαρακτηρίσει την θεωρία του σαν την τελευταία λέξη της επιστήμης και να την ονομάσει ‘επιστημονικό σοσιαλισμό’! … Επίσης και ήταν πολλοί, πάρα πολλοί οι αφελείς, που πίστεψαν τον ισχυρισμό του Μαρξ, ότι ανακάλυψε τους νόμους της ιστορίας, και ίδρυσε το μόνο επιστημονικό σύστημα που εξηγεί και αλλάζει τον κόσμο – φυσικά και το σύμπαν! (υποσημ. σ. 212επ.)

Με το έργο του αυτό, και όχι μόνο, ο Σάββας Κανταρτζής, αξίζει να συμπεριληφθεί στο «Πάνθεο» των Ελλήνων Απολογητών του 20ου αιώνα. Το παράδειγμά του, και των άλλων που επιχείρησαν να τα βάλουν με τα τρανά πνεύματα της εποχής τους, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την σαθρότητα των αθεϊστικών τους βάσεων πρέπει να αποτελεί έμπνευση για τους πιστούς του 21ου αιώνα, που συχνά τους καταβάλλει πνευματική αδράνεια σε θέματα πίστης και ομολογίας.


[1]      Βλ. https://terra-pontus.blogspot.com/search/label/Σ.%20Κανταρτζής (ανάκτηση 24/9/2025).

[2]      «Νέα Εποχή»,  24/5/1964.

One Reply to “”

  1. ΦΙΛΕ ΕΡΑΣΤΕ
    ΕΚΑΝΕΣ ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗ ΔΟΥΛΕΙΑ! Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΕΥΛΟΓΕΙ ΤΗΝ
    ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΣΟΥ.
    ΜΕ ΕΚΤΙΜΗΣΗ
    ΤΖΩΡΤΖΗΣ

    «Στους πάντες έγινα τα πάντα μόνο και μόνο για να σώσω μερικούς»** (Α
    ΄** Κορινθίους 9/22- I Cor. 9:22)

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε