Του Έραστου Φίλου
Ο διχασμός και η πόλωση στις κοινωνίες έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις τον τελευταίο καιρό. Ενώ δημοκρατία σημαίνει πολυφωνία απόψεων, διάλογος και συμβιβασμός, η σημερινή πραγματικότητα δείχνει μια κοινωνική σφαίρα κατακερματισμένη, όπου κυριαρχούν η καχυποψία και η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς η ιδεολογική πόλωση και η παραπληροφόρηση. Σ’ έναν τέτοιο κόσμο, παραδοσιακοί θεσμοί ‘αλήθειας’ (πανεπιστήμια, μέσα ενημέρωσης, επιστημονικές κοινότητες) αμφισβητούνται.

Οι αιτίες του φαινομένου αυτού βρίσκονται,
(α) στη μακρά παράδοση ασύστολου ψεύδους στην πολιτική καθημερινότητα,
(β) στον ρόλο μιας σκόπιμης παραπληροφόρησης που πολλαπλασιάζεται τεχνολογικά και στην έλλειψη θεσμικών φραγμών, καθώς και
(γ) σε μια πνευματική διάσταση του διχασμού.
Το ασύστολο ψεύδος
Ήδη στο έργο του «Πολιτεία», ο Πλάτωνας καταγγέλλει τους σοφιστές που χρησιμοποιούν τη ρητορική όχι για την αναζήτηση της αλήθειας, αλλά για να πείσουν τον άλλο. Αναφέρεται στο «γενναίον ψεύδος», δηλαδή στην πολιτική χρήση του ψεύδους προς όφελος της κοινωνικής σταθερότητας [1]. Αλλά και ο Μακιαβέλι, στο έργο του «Ο Ηγεμόνας» [2], διατυπώνει ωμά πως ο άρχοντας δεν πρέπει να δεσμεύεται από την ηθική, αλλά από την ανάγκη διατήρησης της εξουσίας, συμβουλή που νομιμοποιεί το ψέμα και τη δόλια τακτική ως ουσιώδη εργαλεία πολιτικής.
Την περίφημη δίκη του ναζί Άντολφ Άιχμαν το 1961 στο Ισραήλ, η εβραϊκής καταγωγής Γερμανο-Αμερικανίδα πολιτική επιστήμονας και φιλόσοφος Χάνα Άρεντ είχε παρακολουθήσει ως απεσταλμένη του περιοδικού New Yorker. Η Αρεντ, βλέποντας και ακούγοντάς τον Άιχμαν να απολογείται, εντυπωσιάστηκε από το ότι αυτός εμφανιζόταν ως «ένας συνηθισμένος άνθρωπος», καθόλου «τρομακτικός», καθόλου «τέρας»! Στο ρεπορτάζ που έστειλε ξεκίνησε με μία ερώτηση: «Μπορεί κανείς να κάνει κακό χωρίς να είναι κακός;» Η απάντησή της, στο ερώτημα που έκτοτε αναφέρεται μεταξύ φιλοσόφων ως «η κοινοτοπία του κακού» (the banality of evil), ήταν η εξής:
Το μεγαλύτερο κακό σε αυτόν τον κόσμο δεν προέρχεται από ανθρώπους που επιλέγουν να είναι κακοί. Προέρχεται από ανθρώπους που, απλώς, δεν σκέφτονται καθαρά. Από ανθρώπους που, βλέποντας τα πράγματα μονομερώς, μέσα από παραμορφωτικούς φακούς, κάνουν αδιανόητα πράγματα, θεωρώντας τα προφανή και κανονικά.
Τα δεκαοχτώ βιβλία της και πληθώρα άρθρων, σε θέματα που κυμαίνονται από τον ολοκληρωτισμό μέχρι την επιστημολογία, άσκησαν μεγάλη επιρροή στην πολιτική θεωρία. Η Άρεντ είναι ευρέως γνωστή ως μια από τους πιο σημαντικούς πολιτικούς φιλοσόφους του 20ού αιώνα. Στο δοκίμιό της Αλήθεια και Πολιτική, αρχικά δημοσιευμένο το 1967 στο περιοδικό The New Yorker και που περιλαμβάνεται στη συλλογή Between Past and Future [3] (1968), η Άρεντ επιχειρεί μια ανάλυση συστηματικής ψευδολογίας που καταδεικνύει ότι αυτή οδηγεί σε απώλεια αίσθησης της πραγματικότητας. Στο άρθρο της αυτό η Arendt εξετάζει τη σχέση αλήθειας και πολιτικής, υπογραμμίζοντας ότι η συστηματική ψευδολογία δεν στοχεύει απλώς στο να κάνει τους ανθρώπους να πιστεύουν ψέματα, αλλά στο να καταστρέψει την εμπιστοσύνη εξ’ ολοκλήρου – ώστε κανείς να μη μπορεί να αναγνωρίσει είτε την αλήθεια είτε το ψέμα.
Επίσης, στο πρώτο μέρος του δοκιμίου «Ψέματα στην Πολιτική: Σκέψεις για τα Έγγραφα του Πενταγώνου» [4], η Άρεντ διευρύνει τις ιδέες που ανέπτυξε στο Αλήθεια και Πολιτική και αναφέρεται στον ρόλο της προπαγάνδας και της αλήθειας στην πολιτική. Στοχεύει στην αποκάλυψη της πολιτικής ψευδαίσθησης μέσω εσκεμμένης και μαζικής εξαπάτησης, και περιγράφει, πώς μια συνεχής παραπληροφόρηση καταστρέφει την αίσθηση προσανατολισμού των ανθρώπων:
Το συστηματικό ψέμα δεν έχει τόσο ως στόχο να κάνει τους ανθρώπους να πιστέψουν ένα ψέμα, όσο να τους δυσκολέψει να πιστέψουν οτιδήποτε …
Όταν η πολιτική στηρίζεται στην απάτη, δημιουργείται ένα κλίμα μόνιμης καχυποψίας και αντιπαράθεσης όπου οι πολίτες διχάζονται σε στρατόπεδα που αλληλοκατηγορούνται. Έτσι, ο διχασμός δεν είναι απλώς συνέπεια διαφορετικών ιδεολογιών, αλλά προϊόν μιας δομικής κρίσης εμπιστοσύνης.
Η παραπληροφόρηση και ο ρόλος του διαλόγου
Η παραπλάνηση έχει βαθιές ρίζες στη δυτική παράδοση. Το φίδι στη Γένεση παραπλανά με το ψέμα: «Δεν θα πεθάνετε»· μια ψεύτικη υπόσχεση που γεννά την αμφιβολία. Το ψέμα δεν λειτουργεί μόνο ως λεκτική αναλήθεια, αλλά κυρίως ως αμφισβήτηση του νοήματος της ίδιας της πραγματικότητας. Έτσι η εποχή της μετά-αλήθειας οδηγεί σε διάρρηξη θεσμών εμπιστοσύνης. Τα πανεπιστήμια θεωρούνται ιδεολογικά κατευθυνόμενα, τα ΜΜΕ κατηγορούνται για προκατάληψη, οι επιστήμονες παρουσιάζονται ως «στρατευμένοι». Έτσι η απώλεια εμπιστοσύνης γεννά τον διχασμό.
Ποιος θα το περίμενε, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται τα ψέματα και αναλήθειες κυριαρχούν την επικαιρότητα στην εποχή μας. Μια εποχή επιστήμης, εξακριβωμένων δεδομένων, αντικειμενικής αλήθειας και αξιόπιστων θεσμών, όπως συνήθιζαν να λένε κάποιοι, κι όπως οι αρνητές της πίστης στον Θεό μας έκαναν να πιστεύουμε. Όμως, τόσο η τεχνολογία (κοινωνικά δίκτυα και τεχνητή νοημοσύνη), όσο και η στοχευμένη προπαγάνδα από πολλές γωνιές της ειδησεογραφίας φαίνεται να θριαμβεύουν σκορπίζοντας ευρέως το ψέμα στη σκέψη και στις πεποιθήσεις των ανθρώπων σήμερα. Οι τεράστιες δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης που παράγουν φαντασιώδη deepfakes (εικονιστικά ή ηχητικά ντοκουμέντα που δημιουργούνται τεχνητά) μαζί και η μαζική διάδοσή τους μέσω κοινωνικών δικτύων, έχει αλλοιώσει εκλογικές διαδικασίες, δημιουργήσει πολιτικές κρίσεις και προκαλέσει διπλωματικά επεισόδια ως αυτοματοποιημένη παραπληροφόρηση. Ένα επιπλέον πρόβλημα αφορά την αδιαφάνεια των αλγορίθμων που οι περισσότεροι χρήστες δεν γνωρίζουν πώς λειτουργούν παρά μόνο ως «μαύρο κουτί», γεγονός που δίνει τεράστια δύναμη σε λίγες εταιρείες-κολοσσούς να ελέγχουν τι βλέπουν και τι όχι.
Η ελευθερία του λόγου, ως θεμέλιο της δημοκρατίας, δεν πρέπει να μετατρέπεται σε εργαλείο φίμωσης του άλλου μέσω της βίας του λόγου ή μιας ‘κουλτούρας ακύρωσης’. Η πρόκληση βρίσκεται στην ισορροπία: από τη μια, την προστασία της ελευθερίας του λόγου· από την άλλη, την ανάγκη να αποτραπεί η διάδοση επικίνδυνων ψεμάτων που υπονομεύουν την κοινωνική συνοχή. Ο Jürgen Habermas τονίζει ότι η δημόσια σφαίρα οφείλει να στηρίζεται σε «ορθολογικό-κριτικό διάλογο», όπου οι πολίτες ανταλλάσσουν επιχειρήματα υπό συνθήκες ισότητας και ελευθερίας [5]. Όταν όμως η δημόσια σφαίρα κατακλύζεται από φωνές που στοχεύουν στη χειραγώγηση και στην παραπληροφόρηση, τότε καταρρέει το ίδιο το θεμέλιο της δημοκρατίας.
Στις μέρες μας, η ενημέρωση και η δημόσια συζήτηση εξαρτώνται σε τεράστιο βαθμό από πολυεθνικούς κολοσσούς και από μεγάλες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης που ελέγχονται από ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες που είναι σε θέση να διαμορφώνουν ‘αλγοριθμικά’ τι πληροφορίες θα δουν οι χρήστες και με ποια σειρά. Αυτή η συγκέντρωση ισχύος έχει δημιουργήσει μια νέα μορφή «ψηφιακής ολιγαρχίας». Για τον λόγο αυτό, στις ΗΠΑ, το ‘Δόγμα Δικαιοσύνης’ (Fairness Doctrine, 1949), απαιτούσε από τους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς να παρουσιάζουν ισορροπημένη κάλυψη των αμφιλεγόμενων ζητημάτων. Η κατάργησή της αρχής αυτής το 1987 θεωρείται από πολλούς ως ένας από τους λόγους για την άνοδο μονομερών, συχνά ακραίων μέσων ενημέρωσης.
Στη Γερμανία, μια πρόσφατη μελέτη [6] σχετικά με τη ‘δημόσια ραδιοτηλεόραση’ έδειξε ότι, παρά τις θεσμικές εγγυήσεις, αρκετοί πολίτες θεωρούν την κάλυψη προκατειλημμένη, «υπερβολικά φιλελεύθερη» ή ακόμα και «κρατικά ελεγχόμενη». Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ουσία της ενημέρωσης, αλλά και η αντίληψη των πολιτών, η οποία συμβάλλει στη διάρρηξη της εμπιστοσύνης.
Πώς όμως να διασφαλιστεί η πολυφωνία χωρίς να θιγεί η ελευθερία της έκφρασης; Αν η ενημέρωση παραδοθεί στις δυνάμεις της αγοράς, κυριαρχεί η λογική του κέρδους και των «κλικ». Αν υπέρ-ρυθμιστεί από το κράτος, κινδυνεύει η ανεξαρτησία της. Η λύση φαίνεται να βρίσκεται σε ένα ισορροπημένο πλαίσιο, όπου ανεξάρτητοι θεσμοί εγγυώνται τη διαφάνεια και την ποικιλία απόψεων.
Η πνευματική διάσταση του διχασμού
Ο διχασμός, όμως, δεν είναι μόνο κοινωνικό ή πολιτικό φαινόμενο· έχει και βαθύτερη πνευματική διάσταση. Το ψεύδος είναι πνευματική δύναμη που διασπά ακόμη και την ενότητα της κοινωνίας. Ο Ιησούς Χριστός αντιπαραθέτει: «Θα γνωρίσετε την αλήθεια και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει» (Ιω. 8:32). Στην προοπτική αυτή, η αναζήτηση της αλήθειας δεν είναι απλώς διανοητική διαδικασία αλλά πράξη απελευθέρωσης.
Ο Ιησούς, στην εποχή του, ήλθε πολλές φορές αντιμέτωπος με το ψέμα και την αναλήθεια της προπαγάνδας σχετικά με το τι είναι ορθό και δίκαιο στην ανθρώπινη πίστη και συμπεριφορά. Ως η προσωποποιημένη ‘Αλήθεια’ ήταν σε θέση να προσδιορίσει την προέλευση του ψεύδους:
Ο πατέρας που έχετε εσείς είναι ο διάβολος, κι όσα επιθυμεί ο πατέρας σας αυτά θέλετε να κάνετε. Εκείνος εξαρχής ήταν ανθρωποκτόνος και δεν μπόρεσε να σταθεί μέσα στην αλήθεια, γιατί δεν υπάρχει μέσα του τίποτα το αληθινό. Όταν λέει ψέματα, εκφράζει τον εαυτό του, γιατί είναι ψεύτης, κι είναι ο πατέρας του ψεύδους (Ιω. 8: 44).
Αλλά και κάτι άλλο είναι σημαντικό, όπως ‘προφητικά’ είχε αναλύσει η Χάνα Άρεντ. Στην τελευταία δημόσια συνέντευξη της τον Οκτώβριο 1973 με τον Roger Errera για τη γαλλική τηλεόραση (ORTF) η Arendt είπε τα εξής:
Αν όλοι σου λένε πάντα ψέματα… δεν έχεις μόνο ένα ψέμα… αλλά πολλά ψέματα… Και έναν λαό που δεν μπορεί πια να πιστέψει τίποτα… Και με έναν τέτοιο λαό μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις.
Η ενότητα της κοινωνίας δεν μπορεί να στηριχθεί σε κατασκευασμένες αφηγήσεις, αλλά στην κοινή αποδοχή της Αλήθειας ως θεμέλιου της ελευθερίας. Το αντίδοτο δεν βρίσκεται μόνο νομοθετικά ή μέσω τεχνολογικής ρύθμισης. Χρειάζεται και η πνευματική αναζήτηση της Αλήθειας και της Αγάπης, με άλλα λόγια: η αναζήτηση του ίδιου του Θεού, που ενώνει και δεν διχάζει!
[1] Πλάτων, Πολιτεία, 414β–415δ.
[2] Νικολό Μακιαβέλι, Ο Ηγεμόνας, Αθήνα: Πατάκης, 2012, κεφ. XVIII.
[3] Hannah Arendt, «Truth and Politics», αρχικά δημοσιευμένο το 1967 στο περιοδικό The New Yorker. αποτέλεσε μέρος της συλλογής Between Past and Future, New York: Viking Press, 1968.
[4] Hannah Arendt, «Lying in Politics», στο Crises of the Republic (1972), σ. 1–47.
[5] Jürgen Habermas, The Structural Transformation of the Public Sphere, Cambridge: MIT Press, 1989.
[6] Perspektivenvielfalt in den öffentlich-rechtlichen Nachrichtenformaten (2023), Institut für Publizistik , Johannes Gutenberg-Universität Mainz.
