Υπάρχει αντικειμενική ηθική;

Η ηθική από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα ασχολείται με το ερώτημα ποιες ανθρώπινες πράξεις είναι αποδεκτές και ορθές και ποιες ανάρμοστες και λανθασμένες. Στα θέματα ηθικής σπάνια υπάρχει γενική συμφωνία απόψεων στην εποχή μας. Είναι απαραίτητο να ερευνήσουμε κατά πόσο είναι η ηθική κοινωνικά δομημένη ή έχει την πηγή της στο Θεό;

Οι Χριστιανοί πιστεύουν ότι μόνο ο Θεός μας παρέχει το οικουμενικό πρότυπο σχετικά με το τί είναι ορθό και τί λάθος, το «απόλυτα ηθικό», απόλυτα δεσμευτικό, ανεξάρτητα από το αν κάποιος το πιστεύει ή όχι; Υπάρχουν ανθρώπινες πράξεις και συμπεριφορές (όπως ο ρατσισμός, το μίσος, η καταπίεση, ένας φόνος) που πρέπει να θεωρηθούν λανθασμένες για όλους, ανεξάρτητα από το αν κάποιο άτομο ή ένας πολιτισμός τις θεωρεί ηθικά αποδεκτές. Ο εκτελεστικός διευθυντής της Διεθνούς Αμνηστίας, μοιράστηκε μια λίστα «Μη-ανεχόμενων Πράξεων» με πιθανούς δωρητές της οργάνωσής του, γράφοντας: «Πιστεύω ότι μοιράζεστε τη βαθιά πεποίθησή μου ότι υπάρχουν όντως κάποια ηθικά απόλυτα. Όσον αφορά τα βασανιστήρια, τη δολοφονία που κυρώνεται από την κυβέρνηση, τις ‘εξαφανίσεις’ – δεν υπάρχουν χειρότερα κακά. Αυτά στρέφονται εναντίον όλων μας».[1] Κάθε άτομο έχει μια εσωτερική αίσθηση περί σωστού και λάθους που κρίνει τις σκέψεις, τις πράξεις και τα λόγια. Οι εθνικοί έχουν τον ηθικό νόμο του Θεού «γραμμένο στις καρδιές τους», έγραφε ο απόστολος Παύλος (Ρωμ. 2: 15).

Παρατηρούμε πως στις σημερινές κοινωνίες της Δύσης ότι το ηθικό πρότυπο που ισχύει για όλους αμφισβητείται. Ο Πωλ Κούρτς, εξέχων αμερικανός σκεπτικιστής έθεσε το πρόβλημα ως εξής: «Το βασικό ερώτημα σχετικά με τις ηθικές αρχές αφορά την οντολογική τους βάση. Αν δεν προέρχονται από τον Θεό ή δεν εδράζονται σε κάποιο υπερβατικό έδαφος, είναι καθαρά εφήμερες;»[2]

Η ευρέως διαδεδομένη ηθική άποψη στον δυτικό πολιτισμό σήμερα είναι ο σχετικισμός. Υποστηρίζει ότι οι κοινωνίες ή/και τα άτομα αποφασίζουν τι είναι ορθό ή λάθος και ότι αυτά διαφέρουν από πολιτισμό σε πολιτισμό και από άτομο σε άτομο. Δεν υπάρχουν αντικειμενικές, καθολικές ηθικές αλήθειες – απλώς συμβάσεις για συμπεριφορά που δημιουργούνται από ανθρώπους για ανθρώπους και που υπόκεινται σε αλλαγές. Οι τρείς μορφές του σχετικισμού είναι:

  • Ο πολιτισμικός σχετικισμός. Πολλές φορές χαρακτηρίζεται από τους ισχυρούς που αποφασίζουν τι είναι το σωστό. Δεν αφορά μόνο απολυταρχικά οργανωμένες κοινωνίες. Ακόμη και σε δημοκρατίες δυτικού τύπου υπάρχουν γνωστά δημόσια πρόσωπα που επηρεάζουν, και πολλές φορές  καθορίζουν, τη γνώμη των πολλών.
  • Σε συμβατικές κοινωνίες όπως αυτή του Τρίτου Ράιχ, ναζιστικοί νόμοι αποτελούσαν το ηθικό υπόβαθρο, καθιστώντας έτσι εφαρμόσιμη την κτηνωδία του Άουσβιτς. Το Ολοκαύτωμα δεν θεωρήθηκε καταδικαστέα πράξη επειδή η πλειονότητα της κοινωνίας συμφωνούσε. Στις δίκες της Νυρεμβέργης, πολλοί δράστες είχαν επικαλεστεί τους ισχύοντες νόμους και ότι απλώς εκτελούσαν διαταγές … 
  • Κατά τον ηθικό υποκειμενισμό τα ήθη καθορίζονται από το εκάστοτε άτομο. Θεωρείται ηθικός κάποιος αν κάνει αυτό που ο ίδιος θεωρεί σωστό. Το άτομο επιλέγει ποια μέρη της κοινωνικής σύμβασης θα ακολουθήσει, ποια θα τροποποιήσει και ποια θα αγνοήσει. Όμως πώς μπορούν τα συμφέροντα ενός ατόμου να υπερισχύουν των συμφερόντων των άλλων; Διαπράττοντας δηλαδή τυχόν φόνο σε ένα έρημο νησί, είναι αυτό κακό μόνο όταν κάποιος άλλος το ξέρει;

Σύμφωνα με  την χριστιανική αντίληψη οι ηθικοί νόμοι ισχύουν αντικειμενικά. Δεν πρόκειται για αυθαίρετες εντολές, ούτε για νόμους ενός ιδιότροπου Δημιουργού. Ο Θεός της Βίβλου δεν είναι ασταθής, ούτε μεταβάλλεται στον χαρακτήρα και τις εντολές Του. Οι ηθικές εντολές του Θεού προέρχονται από την αγάπη και βασίζονται στην αγαθή φύση Του. Δεν αλλάζουν, επειδή δεν αλλάζει ο Θεός (Μαλ. 3: 6). Όπως  δηλώνει ο απόστολος Ιάκωβος, «Κάθε καλή προσφορά και κάθε τέλειο δώρο έρχεται από ψηλά, από το δημιουργό των ουράνιων σωμάτων. Ο ουράνιος Πατέρας δεν αλλάζει τη λάμψη του ούτε αναβοσβήνει σαν τα αστέρια» (Ιακ. 1: 17).

Στο δίλημμα του Ευθύφρονα ο Σωκράτης ρωτά: «Οι θεοί αγαπούν το ευσεβές (το ηθικό) επειδή είναι ευσέβεια, ή κάτι είναι ευσέβεια επειδή αγαπιέται από τους θεούς;» Ο Θεός είναι απόλυτα κυρίαρχος και Αυτός ορίζει τους ηθικούς κανόνες του σύμπαντος. Είναι η ύψιστη Αρχή και οι εντολές Του είναι απόλυτες. Γι’ αυτό οι άνθρωποι πρέπει να τις υπακούν. Εάν όμως η ηθική δεν είναι αυθαίρετη, τότε πώς να αντιπαρέλθουμε την δεύτερη όψη του διλήμματος του Ευθύφρονα, δηλαδή ότι ο Παντοδύναμος γίνεται αντικείμενο υψηλότερου νόμου; Ο Κυρίαρχος γίνεται υποτελής; Η λύση του διλήμματος βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν είναι δύο οι επιλογές, αλλά τρεις. Ο Χριστιανός απορρίπτει την επιλογή ότι ο Θεός είναι υπόλογος σ’ έναν υψηλότερο (ηθικό) νόμο. Δεν υπάρχει νόμος πάνω από τον Θεό. Επίσης απορρίπτει και την επιλογή ότι η ηθική είναι καπρίτσιο του Θεού. Ο Σωκράτης δεν είχε συλλάβει ότι υπάρχει ένα αντικειμενικό πρότυπο ηθικής, όχι εξωτερικό προς τον Θεό αλλά εσωτερικό. Η ηθική στηρίζεται στον χαρακτήρα Του.

Στο βιβλίο τους με τίτλο «Αυτό που μας καθιστά ανθρώπους»[3]  ο θεολόγος Ντέιβιντ Γκούντινγκ και ο μαθηματικός Τζον Λένοξ επισημάνουν στοιχεία που συντελούν σ’ αυτό που κοινώς ονομάζεται «ηθικό συναίσθημα», αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης φύσης.

  • Το αίσθημα δικαιοσύνης. Το έμφυτο αίσθημα δικαιοσύνης το συναντάμε ήδη στα πολύ μικρά παιδιά. Δύο αδέλφια παίζουν και ο μεγαλύτερος αρπάζει το παιχνίδι του νεότερου αρνούμενος να του το επιστρέψει, προκαλώντας τις κραυγές του μικρού. Η μητέρα, ακούγοντας τον καβγά, μπαίνει στο δωμάτιο τη στιγμή που το μικρότερο παιδί χτυπάει τον αδερφό. Δεν είδε πώς άρχισε ο καβγάς και ότι ο μεγαλύτερος τον προκάλεσε. Έτσι τιμωρεί τον μικρότερο. Εκείνος διαμαρτύρεται κλαίγοντας: «Είναι άδικο, δεν έφταιγα εγώ!» Διερωτάται κανείς, από πού πήρε το μικρό παιδί την ιδέα ότι ο κόσμος πρέπει νάναι δίκαιος; Όμως, το αίσθημα δικαιοσύνης υπάρχει μέσα μας, αν και η μακροχρόνια εμπειρία αδικιών στον κόσμο τείνει να σκληρύνει την ευαισθησία μας και κάποιες φορές μας κάνει να γινόμαστε κυνικοί προς τους άλλους.
  • Το αίσθημα αισθητικής. Δεν το επινοήσαμε εμείς το αίσθημα αυτό. Γεννηθήκαμε έτσι. Όμως το εκτιμούμε γιατί μαζί με την ομορφιά εικόνων γύρω μας είναι αυτό που μας επιτρέπει να απολαύσουμε αυτή την ομορφιά και να αποστραφούμε την ασχήμια. Το ότι θεωρούμε ένα τριαντάφυλλο «όμορφο» είναι άκρως υποκειμενικό αίσθημα, αλλά όταν το δείχνουμε σε άλλους, περιμένουμε από αυτούς να συμφωνήσουν ότι είναι όμορφο. Συνεπώς, αν η εκτίμηση ομορφιάς είναι μια εξαιρετικά υποκειμενική εμπειρία, υπάρχουν κάποια αντικειμενικά κριτήρια που μας κάνουν να αποφασίζουμε σχετικά με το τι είναι όμορφο και τι όχι. Το πιο σημαντικό είναι ότι υποθέτουμε πως και οι άλλοι έχουν τα ίδια εγγενή κριτήρια περί αντίληψης ομορφιάς. Εάν μερικοί άνθρωποι δεν τα έχουν, ή προτιμούν την ασχήμια, πιστεύουμε ότι πάσχουν από αχρωματοψία ή κάποια εγκεφαλική διαταραχή που δεν τους επιτρέπει να αντιλαμβάνονται σωστά σχήματα και χρώματα.
  • Η γλωσσική ικανότητα του ανθρώπου. Η εγγενής μας γλωσσική ικανότητα παλαιότερα θεωρείτο ότι εξελίχθηκε από τις κραυγές των ζώων. Όταν κάποιο πρωτόγονο γουρούνι συναντούσε ένα λιοντάρι, το σοκ που εκείνο έπαιρνε εκδηλωνόταν με ένα τρομαγμένο γρύλισμα. Όταν αυτό συνέβαινε συχνά, τα άλλα γουρούνια που άκουγαν αυτό το συγκεκριμένο γρύλισμα  το συσχέτιζαν με «λιοντάρι!». Έτσι, από τις πρωτόγονες απαρχές της και από χιλιάδες άλλου είδους επιφωνήματα, η γλώσσα υποτίθεται ότι εξελίχθηκε σταδιακά κατά τη διάρκεια εκατομμυρίων ετών. Εκτενή πειράματα με πιθήκους προσπάθησαν μάταια να εντοπίσουν την εξελικτική προέλευση της γλώσσας από προ-ανθρώπινη πηγή. Σήμερα, καμία γλώσσα δεν θεωρείται πρωτόγονη με την έννοια ότι μπορεί να προέρχεται  από τα ζώα. Ακόμα και λαοί με λιγότερο πολύπλοκους πολιτισμούς έχουν εξαιρετικά εξελιγμένες γλώσσες, με σύνθετη γραμματική και πλούσια λεξιλόγια, ικανές να προσδιορίσουν επακριβώς το κάθε τι και να συζητήσουν οτιδήποτε εφάπτεται της σφαίρας των ενδιαφερόντων τους.

Ο Νόαμ Τσόμσκι, ο Αμερικανός γλωσσολόγος και φιλόσοφος στο πρωτοποριακό του έργο για τη γλώσσα [4] επισημαίνει το γεγονός ότι η ιδιοφυΐα της ανθρώπινης γλώσσας συνίσταται, όχι απλώς στη χρήση αυθαίρετων ήχων (και επομένως, λέξεων) για την αναπαράσταση πραγμάτων και ιδεών, αλλά ακόμη περισσότερο στην ικανότητα σύλληψης, κατανόησης και έκφρασης στη σύνταξη των λογικών σχέσεων μεταξύ των ιδεών.

  • Η εγγενής αίσθηση περί ηθικών αρετών και περί κακού. Όχι μόνο έχουμε ένα έμφυτο αίσθημα τόσο περί δικαιοσύνης όσο και αδικίας, αλλά έχουμε επίσης και μια έμφυτη διάκριση ηθικά σωστών ή λανθασμένων ενεργειών και συμπεριφορών. Το ψέμα λογίζεται ως παράσιτο της αλήθειας επειδή, για να είναι αποτελεσματικό, βασίζεται στην προσδοκία ότι οι άλλοι θα πουν την αλήθεια. Αν όλοι πάντα έλεγαν ψέματα, κανείς δεν θα πίστευε ποτέ τίποτα και κανέναν. Οι σχέσεις θα υπονομεύονταν και κάθε κοινωνική ζωή θα καθίστατο αδύνατη με ενδημική την ανασφάλεια. Ένας ψεύτης δεν μεταφέρει απλώς αναξιόπιστες πληροφορίες: δείχνει επίσης ότι είναι ένα αναξιόπιστο άτομο. Εκμεταλλεύεται την εμπιστοσύνη του άλλου προκειμένου να την προδώσει κάνοντας κακό.

Η ανθρώπινη συνήθεια να κατηγορούμε τους άλλους όταν λένε ψέματα δείχνει ότι ο ηθικός νόμος είναι «γραμμένος» στην ανθρώπινη καρδιά. Οι ηθικοί νόμοι είναι έμφυτοι.

  • Συνείδηση και ντροπή. Ως άνθρωποι είμαστε εφοδιασμένοι με δύο μηχανισμούς που μας εμποδίζουν να παραβιάσουμε τους ηθικούς νόμους ή, αν τυχόν και τους παραβιάσουμε, να λειτουργούν ως εσωτερικοί μάρτυρες εναντίον μας. Ο πρώτος είναι η «συνείδηση» και ο δεύτερος το αίσθημα «ντροπής» μέσα μας. Αν, παρ’ όλες τις προειδοποιήσεις τους, επιμείνουμε στο κακό, τότε μας καταλαμβάνει συχνά ένα αίσθημα ντροπής που εκφράζεται συνήθως και μ’ ένα κοκκίνισμα. Αλλά ακόμη και αν το κακό δεν διαπιστωθεί ή αποκαλυφθεί, ο μηχανισμός ντροπής μέσα μας μάς οδηγεί στο να ντρεπόμαστε για τον εαυτό μας, αν είμαστε ειλικρινείς μ΄ εμάς τους ίδιους, έστω κι αν κανείς άλλος δεν το γνωρίζει αυτό. Οι δύο αυτοί μηχανισμοί μαρτυρούν περί ενός «καθολικού» ηθικού νόμου.

O Γκούντινγκ και ο Λένοξ καταλήγουν: «Όταν λέμε οι ηθικοί νόμοι είναι αντικειμενικοί, αυτό σημαίνει ότι μοιάζουν με τους μαθηματικούς νόμους. Δεν τους επινόησαν άνθρωποι, απλώς τους ανακάλυψαν. Σε διαφορετικές εποχές της ιστορίας οι διάφοροι πολιτισμοί εφηύραν ξεχωριστά αριθμητικά συστήματα … αλλά όλα εκφράζουν τους ίδιους νόμους της αριθμητικής: κανείς δεν εφηύρε αυτούς τους νόμους».

Το ίδιο συμβαίνει και με τους ηθικούς νόμους.


[1] John Healy, επιστολή συγκέντρωσης χρημάτων της Διεθνούς Αμνηστίας, 1991, αναφ. William Lane Craig και Walter Sinnott-Armstrong, God? The Great Debate (New York: Oxford University Press, 2004), σ. 18.

[2] Paul Kurtz, Forbidden Fruit (Buffalo: Prometheus, 1988), σ. 95.

[3] David Gooding και John Lennox, Being Truly Human: The Limits of Our Worth, Power, Freedom and Destiny, (Belfast: Myrtlefield House, 2018), σ. 97-122.

[4] Noam Chomsky, „Review of B. F. Skinner”, Verbal Behavior. Language 35/1 (1959), σ. 26–58, αναφ. Gooding και Lennox, σ. 117.

4 Replies to “Υπάρχει αντικειμενική ηθική;”

  1. Dear Brother Erastos,
    Thank you for sending me your excellent article on Ethics. It is well
    written, well researched, well documented
    and practically illustrated. It both challenged and inspired me . You
    always have a sound conclusion in your
    articles. Even though we have never met, you remain daily in our prayers
    and may the Lord continue to bless your ministry.
    I admire the flow with which you use the Greek language. God bless.
    Yours in Christ,
    Bill C. Konstantopoulos

    Μου αρέσει!

Αφήστε απάντηση στον/στην Έραστος Φίλος Ακύρωση απάντησης