Ο Ιησούς ποτέ δεν παρουσίασε μια ολοκληρωμένη απολογητική μέθοδο [1]. Ούτε προώθησε την συστηματική διδασκαλία των μεγάλων δογμάτων της χριστιανικής πίστης. Πίστευε στο δόγμα της θεϊκής έμπνευσης της Παλαιάς Διαθήκης (Ματθ. 5:17-18, Ιω. 10:34-35), δεχόταν το δόγμα της εξιλέωσης μέσω θυσίας (Μαρκ. 10:45), δίδαξε το δόγμα της φυσικής ανάστασής του (Ματθ.12:40; Ιω. 2:18-21), της θεϊκής Τριαδικότητας (Ματθ. 3:16-17· 28:18-20), το δόγμα της σωματικής του ανάληψης (Ιω. 16:5-7) καθώς και το δόγμα της δεύτερης έλευσής του (Ματθ. 24-25). Δεν είχε όμως ανάγκη να παρουσιάσει μια συστηματική προσέγγιση της απολογητικής όπως και δεν επιχείρησε μια συστηματική προσέγγιση της ηθικής (Ματθ. 22:36-40). Ασχολήθηκε με την απολογητική ως εργαλείο στη προσπάθεια να βρει απήχηση και να πείσει ανθρώπους για την αλήθεια που διακήρυττε. Εν ολίγοις, η απολογητική μέθοδος του Ιησού είχε περισσότερο πρακτική και λιγότερο θεωρητική μορφή.

Ωστόσο, ανακαλύπτει κανείς μια (απολογητική) μεθοδολογία σε όλα αυτά που δίδασκε και έκανε ο Ιησούς. Χρησιμοποιούσε ξεχωριστούς τρόπους για να αγγίξει διαφορετικούς ανθρώπους. Έκανε όμως χρήση ενός απολογητικού συστήματος; Η απάντηση είναι ρητά «όχι» αλλά σιωπηρά «ναι». Γι’ αυτό και είμαστε σε θέση να συνθέσουμε κάτι τέτοιο από τις διάσπαρτες στρατηγικές που εκείνος χρησιμοποίησε για να προσεγγίσει τους ανθρώπους.
Καταρχάς, ας εξετάσουμε κάποιες πρακτικές στρατηγικές που χρησιμοποίησε ο Κύριος για να πείσει τους ανθρώπους για την αλήθεια του μηνύματός του.
Πρακτικές απολογητικές προσεγγίσεις του Ιησού
Ο Ιησούς ήταν σε θέση να κατανοεί πού βρίσκονταν οι άνθρωποι και να τους καθοδηγεί νοητικά. Κάποιες φορές αυτό περιλάμβανε ερωτήσεις, άλλες φορές συνεπαγόταν επιβεβαιώσεις. Ανά πάσα στιγμή όμως αυτό περιλάμβανε μια προσεκτική επιχειρηματολογία. Να κάποιες από της μεθόδους του:
Η Σωκρατική Μέθοδος
Εδώ και πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια, ο Έλληνας φιλόσοφος Σωκράτης είχε βρει έναν τρόπο να προσεγγίσει την αλήθεια, θέτοντας ερωτήσεις στους αντιπάλους του μέχρις ότου αυτοί καταλήξουν σε αντίφαση με αυτά που είχαν πει στην αρχή, ώστε έτσι να αποδειχθεί λανθασμένη η αρχική τους άποψη. Βλέπουμε τον Ιησού να χρησιμοποιεί συχνά μια παρόμοια μέθοδο, π.χ. στην περίπτωση του πλούσιου νεαρού άρχοντα (Λουκ. 18:18-23). Σε μια από τις περιπτώσεις μάλιστα, η μέθοδος αυτή αποδεικνύεται τόσο αποτελεσματική: Όταν ζητά από τους Φαρισαίους, οι οποίοι δεν αποδέχονταν τη θεότητά του, να του εξηγήσουν γιατί ο Δαβίδ αποκάλεσε τον Μεσσία «Κύριο» (στο Ψαλ. 110:1), «κανένας δεν μπορούσε να του απαντήσει, ούτε τολμούσε πια κανείς από κείνη τη μέρα να του θέσει ερωτήματα» (Ματθ. 22:46).
Η Αναγωγική Μέθοδος
Βρίσκουμε επίσης πως ο Ιησούς είναι ικανός, με επιδεξιότητα να μειώσει μια αντίθετη άποψη στο παράλογο. Το χωρίο Ματθ. 12:22-28 είναι ένα καλό παράδειγμα. Εδώ οι Φαρισαίοι ισχυρίζονται ότι εξορκίζει τους δαίμονες με τη δύναμη του διαβόλου. Ο Ιησούς αποδεικνύει ότι η υπόθεση τους αυτή οδηγεί σε αντίφαση:
Όταν ένα βασίλειο χωριστεί σε αντιμαχόμενες παρατάξεις, ερημώνεται· κι όταν σε μια πόλη ή σε μια οικογένεια πέσει διχασμός, θα διαλυθεί. Αν ο σατανάς διώχνει το σατανά, πολεμάει τον εαυτό του· πώς θα σταθεί πια η κυριαρχία του; Κι αν εγώ βγάζω με τη δύναμη του Βεελζεβούλ τα δαιμόνια, οι δικοί σας με ποια δύναμη τα βγάζουν; (εδ. 25-27).
Η άποψη αυτή των Φαρισαίων τους οδηγεί λογικά σε ένα παράλογο συμπέρασμα, γι’ αυτό και είναι ψευδής.
Η Μέθοδος του Μείζονα Λόγου (a fortiori)
Μία από τις αγαπημένες αρχές της λογικής που χρησιμοποιούσε ο Ιησούς είχε σκοπό να δείξει πως η διδασκαλία του ακολουθούσε με σαφήνεια περισσότερο απ’ ότι το κοινό θεωρούσε. Όταν επιθύμησε να θεραπεύσει κάποιον το Σάββατο, κάτι που οι Φαρισαίοι έλεγαν ότι είναι αντίθετο με το νόμο, βλέπουμε ο Ιησούς να τους ρωτά:
Ποιος από σας, αν έχει ένα πρόβατο και το Σάββατο του πέσει σ’ ένα λάκκο δε θα το πιάσει να το βγάλει έξω; Ένας άνθρωπος είναι πολύ ανώτερος από ένα πρόβατο. Ο νόμος, λοιπόν, επιτρέπει να κάνουμε το καλό την ημέρα του Σαββάτου (Ματθ. 12:11-12).
H Παραβολική Μέθοδος
Η χρήση ενός αφηγήματος για να μεταφέρει μια αλήθεια ονομάζεται παραβολική απολογητική. Ο μεγάλος απολογητής C. S. Lewis έκανε εκτενώς χρήση της δύναμης του αφηγήματος στη σειρά διηγημάτων του «Νάρνια» καθώς και στο έργο του «Το Μεγάλο Διαζύγιο». Οι περισσότεροι από αυτούς που έχουν διαβάσει τα «Χρονικά της Νάρνια» «αγαπούν» τον Ασλάν, το λιοντάρι που πεθαίνει και ανασταίνεται. Μια Εβραία που είχε αρχικά απορρίψει τον Ιησού ως Μεσσία, όταν διάβασε για την «τελευταία μάχη» στα «Χρονικά της Νάρνια» του Lewis, τόσο πολύ «ελκύστηκε» από τον Ασλάν – που στα διηγήματα εκπροσωπεί τον Ιησού – που ήταν διατεθειμένη να ξεπεράσει αυτά που την εμπόδιζαν και να δεχθεί τον Ιησού ως Μεσσία.
Στο έργο του «Το Μεγάλο Διαζύγιο», ο Lewis αφηγείται μια διαδρομή με λεωφορείο από την κόλαση στον παράδεισο. Οι άνθρωποι από την κόλαση αισθάνονται εντελώς εκτός τόπου στον παράδεισο επειδή οι κάτοικοι εκεί κάνουν αιώνια αυτό που μισούν όσοι είναι από την κόλαση – δηλαδή υποτάσσονται στο θέλημα του Θεού. Ως αποτέλεσμα, νοιώθουν πιο άθλια στον παράδεισο παρά στην κόλαση. Μέσα από αυτή την ιστορία ο Lewis υπερασπίζεται το δόγμα της κόλασης και εξηγεί γιατί συνάδει με τη φύση ενός Θεού που τιμά την ελεύθερη βούληση των ανθρώπων που έχουν δημιουργηθεί κατ’ εικόνα Του.
Ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, στο λαμπρό μυθιστόρημά του «Οι αδελφοί Καραμάζοφ», παρουσιάζει ένα εξαιρετικό παράδειγμα της παραβολικής μεθόδου. Στο κεφάλαιο «Η Προανάκριση», οι χαρακτήρες του Ντοστογιέφσκι παλεύουν με το πρόβλημα του κακού και της ύπαρξης του Θεού. Μέσα από τη συζήτησή τους ο Ντοστογιέφσκι παρουσιάζει ένα καλά αιτιολογημένο επιχείρημα εκ μέρους του άθεου αδελφού, Ιβάν. Η απάντηση που δίνει ο Αλιόσα είναι ένα ισχυρό επιχείρημα για την ύπαρξη του Θεού, που εξηγεί ότι αν δεν υπάρχει Θεός, τότε δεν υπάρχει και κανένα απόλυτο ηθικό πρότυπο βάσει του οποίου μπορούμε να κρίνουμε μια πράξη ως καλή ή κακή. Αν δεν υπάρχει ο Θεός, καταλήγουμε σε έναν ηθικό σχετικισμό, και καμία πράξη, όσο τρομερή κι αν είναι, δεν μπορεί να καταδικαστεί. Μια τέτοια θέση όμως είναι αβίωτη και ο Ντοστογιέφσκι, μέσω του Αλιόσα, εκθέτει την αποτυχία αυτής της αθεϊστικής θέσης.
Πολλές ιστορίες μη χριστιανών συγγραφέων μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την υπεράσπιση του Χριστιανισμού. Τα γραπτά του Jean-Paul Sartre και του Albert Camus αποκαλύπτουν την αλήθεια για το νόημα της ζωής από μια αθεϊστική οπτική. Αυτοί οι μεγάλοι συγγραφείς ανακάλυψαν και μετέφεραν την αλήθεια ότι αν δεν υπάρχει Θεός, η ζωή είναι χωρίς νόημα. Όπως αναφέρει και ο συγγραφέας του βιβλίου του Εκκλησιαστή:
Όλα είναι μάταια στο έπακρο, λέει ο Εκκλησιαστής, όλα είναι μάταια. Τα πάντα είναι μονάχα ματαιότητα (1:2).
Κάποια έργα άθεων επιστημόνων μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να παρουσιαστεί το αναπόφευκτο συμπέρασμα ενός επιστημονισμού που καταδεικνύει την ασυνέπεια της αθεϊστικής θέσης.
Ο Ιησούς, σαφώς είναι ο Κύριος της παραβολικής απολογητικής όταν χρησιμοποιεί μια ιστορία, της οποίας η έννοια είναι γνωστή στο κοινό του, για να μεταφέρει κάποια αλήθεια. Οι παραβολές του, με τις οποίες είμαστε τόσο εξοικειωμένοι, ανήκουν στα σπουδαία αφηγήματα του κόσμου, και είναι αυτά που κάνουν την απολογητική του να διακρίνεται περισσότερο από κάθε άλλη μέθοδο που εκείνος χρησιμοποιεί.
Τι όμως είναι ακριβώς η παραβολική απολογητική; Μερικά από τα χαρακτηριστικά της μπορεί συνοπτικά να τα περιγράψει κανείς ως εξής:
- Πρόκειται για απολογητική που εκφράζεται σε αφηγηματική μορφή. Σε όλους αρέσει μια καλή ιστορία και είναι αυτός ένας πολύ αποτελεσματικός τρόπος για να μεταφερθεί ένα νόημα.
- Πρόκειται για έμμεση μορφή απολογητικής. Σε αντίθεση με τον άμεσο λόγο, για τον οποίο οι αντίπαλοι κρατούν τις άμυνές τους ψηλά, η παραβολική απολογητική πιάνει τους ανθρώπους με κατεβασμένη τη άμυνά τους. Βρίσκουν τον εαυτό τους να επιβεβαιώνει ένα σημείο πριν καλά-καλά καταλάβουν ότι το σημείο αυτό ισχύει για τους ίδιους.
- Πρόκειται για μια απολογητική με κρυφή, αλλά πολύ ισχυρή λογική, τη λογική του μείζονος λόγου. Ουσιαστικά η μέθοδος λειτουργεί ως εξής: αν το δεχτώ αυτό ως αλήθεια στα καθημερινά θέματα της ζωής μου, πόσο μάλλον επιβάλλεται να το δεχτώ αυτό και σε θέματα πνευματικά και αιώνια; Όπως στην παραβολή του χαμένου πρόβατου, συνειδητοποιεί κανείς πως ο βοσκός μπορεί να αφήσει για λίγο τα ενενήντα εννέα για να αναζητήσει και σώσει το ένα χαμένο ζώο. Πόσο μάλλον αυτό ισχύει για έναν για πάντα χαμένο άνθρωπο;
- Η παραβολική απολογητική ενισχύει την αυτό-ανακάλυψη ενός ατόμου. Οι άνθρωποι παρασύρονται μαζί με την ιστορία μέχρις ότου από μόνοι τους ανακαλύψουν ποιο είναι το νόημα. Μια τέτοια αυτό-ανακάλυψη είναι σημαντική στρατηγική μάθησης. Κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται ότι έχουν ανακαλύψει την αλήθεια αυτή για τον εαυτό τους, ακόμα και αν είναι ο αφηγητής αυτός που τους έχει καθοδηγήσει προσεκτικά και αναπόφευκτα στο συμπέρασμα αυτό.
- Η παραβολική απολογητική είναι επίσης ευαίσθητη στη φαυλότητα. Σε κανέναν δεν αρέσει να του λένε ξεκάθαρα ότι είναι αμαρτωλός, υποκριτής ή κάτι παρόμοιο, αλλά ο ίδιος μπορεί εύκολα να το δει στον άλλο. Έτσι, η ευαισθησία της παραβολικής απολογητικής στη φαυλότητα μας οδηγεί στο να διαγνώσουμε αμαρτία ή λάθη σε κάποιο άλλο άτομο – στα πλαίσια της παραβολής – προτού ανακαλύψουμε ότι για εμάς τους ίδιους μιλά.
Όταν ο βασιλιάς Δαβίδ ακούει την αφήγηση του Νάθαν για έναν πλούσιο άνδρα με πολλά πρόβατα που παίρνει το αρνί του φτωχού, αγανακτεί και κρίνει τον πλούσιο (βλ. Β’ Σαμ.12:1-6). Τότε ο προφήτης Νάθαν του λέει: «Εσύ είσαι ο άνθρωπος!» (εδ. 7). Σε εκείνο το σημείο είναι πολύ αργά για τον Δαβίδ να αρνηθεί την αμαρτία του, η οποία έχει αποκαλυφθεί από την παραβολή του Νάθαν: αυτός είχε πάρει τη γυναίκα του Ουρία, τη Βηθσαβέ, και στη συνέχεια προκάλεσε τον θάνατο του Ουρία.
Η συναίσθηση της αμαρτίας μπορεί να είναι επώδυνη (Ψαλ. 51). Αλλά η παραβολική απολογητική, με την ευαισθησία της στην φαυλότητα, χρησιμοποιεί την έμμεση τεχνική του αφηγήματος για να μεταφέρει το νόημα. Από τη στιγμή που τίθεται ως θέμα, είναι πια πολύ αργά για να ξεφύγει κάποιος από την λογική του μείζονα λόγου.
Τι δεν πίστευε ο Ιησούς σχετικά με την Απολογητική
Σε μια προσεκτική ανάλυση του βίου και της διδασκαλίας του Ιησού στα Ευαγγέλια ανακαλύπτει κανείς πολλά πράγματα. Μερικά στοιχεία μας πληροφορούν για το τί δεν πίστευε ο Ιησούς, και άλλα για το τί εκείνος πίστευε σχετικά με την απολογητική. Ας συζητήσουμε πρώτα, τι δεν πίστευε ο Ιησούς σχετικά με την απολογητική.
Ο Ιησούς δεν ήταν Φιντεϊστής [2]
Ο Ιησούς δεν απαιτούσε οι άνθρωποι απλώς με απλή πίστη να πιστέψουν πως ήταν αληθινά αυτά που τους δίδασκε. Αντίθετα, προσέφερε ικανά επιχειρήματα και στοιχεία για τους ισχυρισμούς του. Η κλήση του Ιησού να τον ακολουθήσουν οι άνθρωποι δεν περιλάμβανε μόνο την ισχυρή του διδασκαλία αλλά και την δυναμική υπεράσπιση της διακονίας του με σημεία καθώς και την επεξήγηση των ισχυρισμών του.
Η απολογητική ήταν ουσιαστικό στοιχείο της διακονίας του. Έκανε χρήση των Γραφών, της διάνοιας, των αποδείξεων καθώς και των μαρτυριών, των θαυμάτων, της ανάστασής του, ακόμη και της έκκλησης προς τους ανθρώπους περί υπαρξιακών αναγκών ως επιβεβαίωση των ισχυρισμών του. Προφανώς και δεν ήταν φιντεϊστής.
Ο Ιησούς δεν ήταν καθαρός Αποδεικτικός [3]
Από την άλλη, ο Ιησούς δεν πίστευε, ότι κάποιος μπορεί να σωθεί μόνο με βάση κάποια απολογητικά στοιχεία. Κατανοούσε τη διαφορά μεταξύ της πεποίθησης που απαιτεί αποδείξεις, και της πίστης η οποία περιλαμβάνει μια πράξη θέλησης. Τα στοιχεία ήταν το έδαφος στο οποίο βασίζεται η πίστη, αλλά από μόνα τους τα στοιχεία αυτά δεν επαρκούν να παράγουν πίστη για σωτηρία.
Οι άνθρωποι της διάνοιας είχαν ανάγκη από στοιχεία για να πειστούν για την αλήθεια, και ο Ιησούς τους τα προμήθευε. Αλλά γνώριζε πως μια τέτοια πεποίθηση δεν ήταν επαρκής να εισάγει κάποιον στη βασιλεία του Θεού, επειδή ένα άτομο πρέπει να κάνει επιλογή – μια πράξη της θέλησης – να πιστέψει σε αυτόν (Ιω.14:1).
Ο Ιησούς γνώριζε τη διαφορά ανάμεσα σε έναν απλό «καθηγητή της σωτηρίας» και σε κάποιον που την ζει πραγματικά. Γι’ αυτό και μιλάει συχνά για ψευδοπροφήτες (Ματθ. 7:15· 24:24), δηλαδή εκείνους που ψευδώς τον ομολογούν, λέγοντας: «Κύριε, Κύριε, δεν προφητεύσαμε το όνομά σου;» (Ματθ. 7:22). Τον παρατηρούμε να κάνει συνεχώς έκκληση στη θέληση των ανθρώπων να πιστεύσουν σ’ εκείνον:
[Ώστε] όποιος πιστεύει σ’ αυτόν να μη χαθεί αλλά να ζήσει αιώνια… Εκείνος που πιστεύει στον Υιό έχει αιώνια ζωή· εκείνος που αρνείται να πιστέψει στον Υιό δε θα δει τη ζωή, αλλά η οργή του Θεού μένει πάνω του (Ιω. 3:15, 36· βλέπε επίσης και 5:24).
Ο Ιησούς δεν ήταν καθαρός Ορθολογιστής
Αν και ο Ιησούς χρησιμοποιούσε λογικά επιχειρήματα με πολύ αποτελεσματικό τρόπο, δεν ήταν ορθολογιστής με την απαγωγική έννοια, όπως δηλαδή ορίζεται από τη σύγχρονη φιλοσοφία (π.χ. Σπινόζα και Ντεκάρ). Η προσέγγισή του δεν ήταν ανεξάρτητη από την εμπειρία (a priori) αλλά ξεκινούσε με αυτήν (a posteriori). Έκανε έκκληση τόσο στις αισθήσεις όσο και στη διάνοια των ανθρώπων. Μετά την ανάσταση, ο Ιησούς λέει στους άπιστους μαθητές του:
Κοιτάξτε τα χέρια μου και τα πόδια μου, για να βεβαιωθείτε ότι είμαι εγώ ο ίδιος. Ψηλαφίστε με και δείτε· ένα φάντασμα δεν έχει σάρκα και οστά, όπως βλέπετε εμένα να έχω (Λουκ. 24:39).
Παρόμοια, απευθύνεται στον Θωμά που αμφιβάλλει,
Φέρε εσύ το δάχτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου, φέρε και το χέρι σου και βάλ’ το στην πλευρά μου. Μην αμφιβάλλεις και πίστεψε (Ιω. 20:27).
Ο Ιωάννης αργότερα θα γράψει:
Σας γράφουμε για το ζωοποιό Λόγο, που υπήρχε εξαρχής. Εμείς τον έχουμε ακούσει και τον έχουμε δει με τα ίδια μας τα μάτια. Μάλιστα τον είδαμε από κοντά, και τα χέρια μας τον ψηλάφησαν. Όταν η ζωή φανερώθηκε, την είδαμε με τα μάτια μας. Καταθέτουμε, λοιπόν, τη μαρτυρία μας και σας μιλάμε για την αιώνια ζωή που ήταν με τον Πατέρα, φανερώθηκε όμως σ’ εμάς (Α’ Ιω. 1:1-2).
Η Απολογητική του Ιησού δεν υστερούσε του Αγίου Πνεύματος
Ο Ιησούς γνωρίζει ότι κανένας δεν μπορεί να οδηγηθεί στη σωτηρία χωρίς τη διακονία του Αγίου Πνεύματος, ανεξάρτητα από το πόσο ισχυρή είναι μια ορθολογική, αποδεικτική απολογητική. Παρόλο που έκανε χρήση της λογικής και των αποδείξεων, ήξερε ότι αυτό δεν ήταν αρκετό να προκαλέσει την πίστη. Ο Ιησούς βεβαιώνει ότι μόνο το Άγιο Πνεύμα μπορεί να πείσει τους ανθρώπους για την αμαρτία και να τους μεταμορφώσει. Έτσι λέει στον Νικόδημο:
Σε βεβαιώνω πως αν κανείς δε γεννηθεί απ’ το νερό κι από το Πνεύμα, δεν μπορεί να μπει στη βασιλεία του Θεού. Ό,τι γεννιέται από τον άνθρωπο είναι ανθρώπινο, ενώ ό,τι γεννιέται από το Πνεύμα είναι πνευματικό. Μην απορείς που σου είπα ότι πρέπει να γεννηθείτε ξανά. (Ιω. 3:5-7· βλέπε επίσης 16:7-8).
Ο Ιησούς δεν ήταν Προϋποθετιστής [4]
Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Ιησούς δεν ήταν απολογητής του προϋποθετισμού. Αυτό θα συνεπαγόταν την έναρξη της απολογητικής του με τον Τριαδικό Θεό, όπως Εκείνος αποκαλύπτεται στις Γραφές, και από εκεί ο συλλογισμός. Εφόσον όμως οι Εβραίοι ήταν μονοθεϊστές, δεν χρειαζόταν να πειστούν γι’ αυτό που ήδη πίστευαν. Είναι όμως σαφές ότι ο Ιησούς πρόσφερε στοιχεία για τον Θεό σε όσους δεν πίστευαν ότι υπάρχει, κάτι που είναι προφανές από αυτά που δίδαξε στους μαθητές και σε άλλους οπαδούς του. Επίσης, ο Ιησούς δεν πίστευε ότι ο μη σωσμένος άνθρωπος είναι τόσο τυφλωμένος από την αμαρτία που δεν μπορεί να κατανοήσει το μήνυμά του. Αντίθετα, ξεκίνησε τη διδασκαλία του με κοινό έδαφος τη γενική αποκάλυψη του Θεού σε θέματα της καθημερινότητας, σε αυτά δηλαδή που οι άνθρωποι βίωναν. Αυτός ο Κύριος-δάσκαλος δίδαξε το άγνωστο υπό την άποψη του οικείου, και μάλιστα επέπληξε εκείνους που απέτυχαν να χρησιμοποιήσουν τον ορθό λόγο (βλ. Ιω. 3:12).
Ο Ιησούς δεν ήταν ορθολογικός Συνεκτικιστής [5]
Αν και ο Ιησούς πίστευε στο νόμο της μη αντίφασης ως τρόπο δοκιμασίας ψευδών απόψεων, δεν άρχιζε αλλά ούτε και τελείωνε την απολογητική του στα πλαίσια ορθολογικής σκέψης. Δεν πίστευε, όπως κάποιοι απολογητές σήμερα κάνουν, ότι η λογική συνοχή είναι η συνολική δοκιμασία της αλήθειας μιας κοσμοθεωρίας, επειδή υπάρχουν αρκετές συνεκτικές πεποιθήσεις που είναι ψευδείς. Για παράδειγμα, οι δηλώσεις συνωμοτών που διαδίδουν ψέματα μπορεί να είναι συνεκτικές, αλλά δεν παύουν να είναι ψευδείς. Επίσης κάποιες αντίθετες κοσμοθεωρίες μπορεί να είναι συνεπείς ως προς τις δικές τους αφετηρίες, αλλά δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τις αφετηρίες αυτές. Ένα όμορφο όνειρο μπορεί να είναι μια συνεκτική εικόνα, αλλά δεν βασίζεται στην πραγματικότητα.
Τι πίστευε ο Ιησούς για την Απολογητική
Θετικά μιλώντας, υπήρχαν πολλά πράγματα που ο Ιησούς πίστευε και έκανε που μας αποκαλύπτουν την απολογητική του προσέγγιση.
Ο Ιησούς πίστευε στη χρησιμότητα της Λογικής
Ο Ιησούς γνώριζε και έκανε χρήση όλων των βασικών αρχών ορθολογικής σκέψης και συλλογιστικών διαδικασιών. Αυτό περιλάμβανε την αρχή της ταυτότητας, την αρχή της μη αντίφασης όσο και την αρχή του αποκλεισμένου μέσου. Έκανε επίσης χρήση κατηγορικών, υποθετικών και διαζευκτικών συλλογισμών. Εξάλλου, ήξερε πώς να κάνει χρήση της εις άτοπον απαγωγής [6] ώστε να αποφεύγει τις παγίδες ενός διλήμματος που του παρουσίαζαν οι αντίπαλοί του. Χρησιμοποιούσε συχνά επιχειρήματα τύπου «μείζονα λογου» (a fortiori) καταδεικνύοντας μάλιστα ότι δεδομένου του τι πίστευε το κοινό του, έπρεπε να αποδεχτεί τη διδασκαλία του ακόμη περισσότερο.
Ο Ιησούς πίστευε στη χρησιμότητα Αποδεικτικών Στοιχείων
Η απολογητική του Ιησού περιλάμβανε τη μαρτυρία αξιόπιστων μαρτύρων. Στο Ιω. 5:31-46 βλέπουμε να παρουσιάζει τις μαρτυρίες αρκετών βασικών μαρτύρων των οποίων η ακεραιότητα και η εξουσία ήταν αδιαμφισβήτητες: του Ιωάννη του Βαπτιστή, του Μωυσή, του Θεού Πατέρα, των Γραφών (Παλαιάς Διαθήκης), τη δική του ζωή και τα θαύματά του. Δεν ήταν φιντεϊστής ώστε να απαιτεί ένα άλμα πίστης στα τυφλά, αλλά μάλλον αποδεικτικός [7] που παρείχε επαρκή στοιχεία που στήριζαν τους ισχυρισμούς του.
Ο Ιησούς πίστευε στη χρησιμότητα των Θαυμάτων
Έκανε επανειλημμένα χρήση των θαυμάτων για να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό του ότι είναι ο Υιός του Θεού. Στο Μαρκ. 2:10-11 κάνει ρητά τη σύνδεση μεταξύ των δύο:
Για να μάθετε λοιπόν ότι ο Υιός του Ανθρώπου έχει την εξουσία να συγχωρεί πάνω στη γη αμαρτίες – λέει στον παράλυτο: «Σ’ εσένα το λέω, σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου».
Παρομοίως, όταν ο Ιωάννης ο Βαπτιστής στέλνει μαθητές του για να ρωτήσουν τον Ιησού αν είναι ο υποσχόμενος Μεσσίας, ο Ιησούς απαντάει:
Να πάτε και να πείτε στον Ιωάννη αυτά που ακούτε και βλέπετε: Τυφλοί ξαναβλέπουν και κουτσοί περπατούν, λεπροί καθαρίζονται και κουφοί ακούν, νεκροί ανασταίνονται και φτωχοί ακούνε το χαρμόσυνο άγγελμα. Και μακάριος είναι όποιος δε χάσει την εμπιστοσύνη του σ’ εμένα (Μθ. 11:4-5).
Ο Ιουδαίος άρχοντας Νικόδημος αναγνωρίζει το σημείο αυτό όταν λέει:
Διδάσκαλε, ξέρουμε πως ο Θεός σε έστειλε να διδάξεις· γιατί κανείς δεν μπορεί να κάνει αυτά τα θαύματα που κάνεις εσύ, αν ο Θεός δεν είναι μαζί του (Ιω. 3:2).
Τα θαύματα του Ιησού τον έκαναν να ξεχωρίζει από όλους τους άλλους θρησκευτικούς ηγέτες και επιβεβαιώθηκαν καλά από αυτόπτες μάρτυρες πρώτης γενιάς οι οποίοι κατέγραψαν ή μετέδωσαν μια πολύ ακριβή περιγραφή του έργου του.
Ο Ιησούς πίστευε στην απολογητική χρησιμότητα της Ανάστασης
Δεδομένου του μονοθεϊστικού πλαισίου στο οποίο μιλούσε ο Ιησούς, η ανάσταση ήταν ένα άλλο στοιχείο-κλειδί της απολογητικής του. Δίδασκε επιδέξια ότι η Παλαιά Διαθήκη προέβλεπε την ανάσταση του Μεσσία (Ψαλ. 2:7· 16:10), και πολλές φορές μιλούσε και για το δικό του θάνατο και την ανάστασή του (Ματθ. 12:40· 17:9· Ιω. 2:19-21). Η ανάστασή του εκπλήρωσε μεσσιανικές προφητείες, απέδειξε την εξουσία του πάνω στην αμαρτία και τον θάνατο (Α’ Κορ. 15:55), και ήταν η θαυματουργική απόδειξη ότι όντως ήταν Αυτός που ισχυριζόταν ότι είναι. Με αυτό απέδειξε την οριστική εξουσία του πάνω στη δημιουργία, την αμαρτία και τον θάνατο.
Ο Ιησούς – στην εποχή μας – θα έκανε χρήση των επιχειρημάτων περί ύπαρξης του Θεού
Στην εποχή του δεν του δόθηκε η ευκαιρία να ασχοληθεί άμεσα με τον αγνωστικισμό ή τον αθεϊσμό. Αλλά μπορούμε να συμπεράνουμε κάποια στοιχεία από αυτά που μας προσφέρει η Παλαιά Διαθήκη, για την οποία πίστευε ότι ήταν ο άφθαρτος και αλάνθαστος Λόγος του Θεού (Ματθ. 5:17-18; Ιω. 10:35), καθώς και από τη διδασκαλία των αποστόλων τους οποίους Εκείνος δίδαξε. Ο ψαλμωδός αναφέρεται σε τελεολογικές αποδείξεις για τον Θεό από το σχέδιο που εκφράζεται στη φύση:
Τα ουράνια φανερώνουνε το μεγαλείο του Θεού και δείχνει το στερέωμα τα έργα που έχει φτιάξει (Ψαλ. 19:1).
Ο απόστολος Παύλος, τον οποίο ο Ιησούς κάλεσε και δίδαξε προσωπικά (βλ. Γαλ. 1:1, 12), χρησιμοποιεί και τα δύο, αφενός το κοσμολογικό επιχείρημα της δημιουργίας ως επιχείρημα υπέρ του Δημιουργού και θεωρεί πως οι άνθρωποι εξαιτίας αυτού είναι «χωρίς δικαιολογία» (Ρω. 1:19-29). Αφετέρου και το επιχείρημα σχετικά με τον ηθικό νόμο που είναι «γραμμένος στις ανθρώπινες καρδιές» από τον Ηθικό Νομοθέτη (Ρω. 2:12-15).
Ο Ιησούς έκανε χρήση της Απολογητικής της Αγάπης
Τον βλέπουμε να διδάσκει τους μαθητές:
Έτσι θα σας ξεχωρίζουν όλοι πως είστε μαθητές μου, αν έχετε αγάπη ο ένας για τον άλλο. (Ιω. 13:35).
Γνωρίζει ότι η αγάπη είναι η μεγαλύτερη αρετή (Ματθ. 22:37-38) και ότι οι άνθρωποι έλκονται από την αγάπη και απωθούνται από την έλλειψή της. Ως εκ τούτου, υπενθυμίζει στους οπαδούς του ότι η αγάπη είναι η απόδειξη για το τι σημαίνει η θυσία της ζωής του για τους ανθρώπους. Γνωρίζει επίσης ότι πολλοί θα αντιμετωπίσουν τους ισχυρισμούς του με σκεπτικισμό και εχθρότητα (Λουκ. 16:31; Ιω. 12:37). Παρόλα αυτά, επιλέγει να μην επιβάλλει τη θέλησή του σ’ αυτούς, αλλά τους επιτρέπει να επιλέξουν οι ίδιοι είτε να τον ακολουθήσουν είτε να τον απορρίψουν (Ματθ. 23:37).
Ο Ιησούς θεωρεί πως η αγάπη είναι μια μεγάλη έλξη προς την αλήθεια. Προσφέρει μια ζεστασιά που κάνει την όποια δυσάρεστη αλήθεια εύπεπτη. Γνωρίζει πως η αλήθεια χωρίς αγάπη είναι ψυχρή και μη ελκυστική αλλά και πως η αγάπη χωρίς αλήθεια είναι αδιανόητη. Έτσι, η επιθυμία του Ιησού ήταν να γνωρίσουν οι άνθρωποι την αλήθεια που τους απελευθερώνει. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η αγάπη έπαιξε τόσο κρίσιμο ρόλο ώστε οι άνθρωποι να αποδεχτούν τη λυτρωτική αλήθεια που Εκείνος διακήρυττε.
Ο Ιησούς πίστευε στην αναγκαιότητα του Αγίου Πνεύματος στην Απολογητική
Επιπλέον, ο Ιησούς γνώριζε ότι η απολογητική καθαυτή δεν μπορεί ποτέ να ολοκληρώσει το έργο πείθοντας τους ανθρώπους να αποδεχτούν πνευματικές αλήθειες που μπορούν να τους προσελκύσουν στον Χριστό. Κανένας δεν πείθεται για την αμαρτία του (Ιω. 16:7-8) ή ελκύεται στον Χριστό εκτός από το έργο του Αγίου Πνεύματος μέσα του (Ιω. 3:3-7). Επίσης, το Άγιο Πνεύμα είναι αυτό που εμπνέει την αλήθεια της Γραφής (Ματθ. 22:43) και είναι σε θέση να διδάξει τις αλήθειες αυτές (Ιω. 14:26, 16:13) καθιστώντας κάποιον σοφό προς σωτηρία (Β’ Τιμ. 3:15). Εν ολίγοις, ο Ιησούς γνώριζε ότι η απολογητική στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να παρέχει απαραίτητα στοιχεία, αλλά μόνο το Άγιο Πνεύμα μπορεί να επιφέρει την αλλαγή στην ανθρώπινη καρδιά και θέληση.
Ο Ιησούς ως Κλασικός Απολογητής
Από την περίληψη των στοιχείων που παρουσιάσαμε προηγουμένως είναι σαφές, ότι αν ο Ιησούς είχε διατυπώσει συστηματικά την απολογητική του, αυτή θα ακολουθούσε μια κλασική γραμμή. Την σκέψη Του, που περιείχε όλα τα στοιχεία της κλασικής απολογητικής, ασπάστηκαν πολλοί δυτικοί απολογητές όπως ο Ιερός Αυγουστίνος, ο Άνσελμος, ο Θωμάς Ακινάτης, ο Ιωάννης Καλβίνος και άλλοι.
Οι κλασικοί απολογητές
(1) Πίστευαν στη χρήση της διάνοιας για τη νοητική εδραίωση της ύπαρξης του Θεού·
(2) Θεωρούσαν ότι τα θαύματα, που προκύπτουν από τη θεϊστική πίστη, είναι απαραίτητα για να εδραιώσουν τους ισχυρισμούς αυτούς περί αλήθειας του Χριστιανισμού·
(3) Βεβαίωναν ότι οι καλές μαρτυρίες πιστών και άλλα στοιχεία είναι απαραίτητα για την αξιοπιστία των Γραφών·
(4) Θεωρούσαν τα θαύματα του Ιησού ως επιβεβαίωση του ισχυρισμού Του ότι είναι Θεός.
Βλέπουμε λοιπόν πως όλα τα στοιχεία της κλασικής απολογητικής είναι παρόντα (είτε ρητά είτε σιωπηρά) στην απολογητική προσέγγιση του Ιησού στις περιγραφές της Καινής Διαθήκης.
Εκτός από τον απαραίτητο ρόλο που παίζει η λογική στην κλασική προσέγγιση, ο Ιησούς διδάσκει ότι στην πραγματική ζωή πρέπει κανείς να ξεκινήσει από εκεί που βρίσκονται οι άνθρωποι και όχι από εκεί που τους θέλουμε εμείς να βρίσκονται. Πρέπει επίσης να καταλάβουμε ότι όλα τα επιχειρήματα του κόσμου δεν είναι σε θέση να φέρουν κανέναν στον Χριστό χωρίς το έργο του Αγίου Πνεύματος. Με τον ίδιο τρόπο που η ατέλειωτη σειρά θαυμάτων δεν έπεισε τους Αιγύπτιους να πιστέψουν στον Θεό του Μωυσή και παρόλη την απόδειξη των πολυάριθμων θαυμάτων που έκανε ο ίδιος ο Ιησούς καθ’ όλη τη διάρκεια της επίγειας παρουσίας του, εξακολουθούσαν πολλοί να αρνούνται να τα πιστέψουν (Ιω. 12:37). Για αυτόν τον λόγο, ο Ιησούς δεν δέχτηκε τις απαιτήσεις των σκληρόκαρδων Φαρισαίων (Ματθ. 12:38-40· βλ. επίσης Λουκ. 16:19-31). Από την άλλη πάλι, ο Ιησούς δεν επιπλήττει τον Θωμά για τις αμφιβολίες του γιατί βλέπει πως η καρδιά του είναι ανοιχτή (Ιω. 20:28, βλ. επίσης εδ. 24-29).
Ο Ιησούς ήξερε να υπερασπίζεται τους ισχυρισμούς του. Και συμπεραίνουμε πως ο Ιησούς δεν ήταν μόνο Κύριος-δάσκαλος, αλλά και Κύριος-απολογητής. Δεν περίμενε οι άνθρωποι να τον πιστέψουν χωρίς επιχειρήματα ή στοιχεία. Και δεν επαίνεσε κανέναν για την τυφλή του πίστη. Αυτοί που τον απέρριπταν ήταν εκείνοι που αρνήθηκαν να δεχτούν τα στοιχεία που εκείνος τους πρόσφερε. Φυσικά, ο Ιησούς γνώριζε ότι από μόνα τους τα επιχειρήματα δεν μπορούσαν να αλλάξουν έναν άνθρωπο. Απλώς παρέχουν τη βάση για μια λογική πεποίθηση ότι πρόκειται για τον Υιό του Θεού. Μόνο το Άγιο Πνεύμα, σε συνεργασία με την ανθρώπινη θέληση, μπορεί να πείσει ένα άτομο να πιστέψει σ’ Αυτόν.
Στην πράξη, ο Ιησούς πρόσφερε πολλές διαφορετικές απολογητικές τεχνικές, ανάλογα με το τι χρειαζόταν τη δεδομένη στιγμή. Επιχειρώντας λοιπόν μια συνολική σύνθεση της απολογητικής του, ανακαλύπτουμε πως ταιριάζει καλύτερα στην κατηγορία της κλασικής απολογητικής η οποία κάνει εκτενή χρήση τόσο των ορθολογικών όσο και ιστορικών στοιχείων. Όπως άλλωστε και οι τεχνικές της διδασκαλίας του, οι απολογητικές στρατηγικές του Ιησού αποτελούν πρότυπο για όλους που επιθυμούν να εκπληρώσουν τη βιβλική επιταγή να «υπερασπιστούν το ευαγγέλιο» (Φιλ. 1:16) και μέχρι τέλους να «αγωνιστούν για την πίστη» αυτή που παραδόθηκε στους αγίους (Ιούδα 3).
[1] Το άρθρο αυτό εμπνεύστηκε από το βιβλίο των Norman L. Geisler και Patrick Zukeran, The Apologetics of Jesus, (Grand Rapids: Baker, 2009).
[2] Ο φιντεϊσμός είναι φιλοσοφική αντίληψη που θεωρεί την πίστη ίση ή ανώτερη από τη λογική και την επιστήμη.
[3] Ο αποδεικτισμός αποτελεί μέρος της επιστημολογίας που δηλώνει ότι κάποιος είναι δικαιολογημένος να πιστέψει κάτι εάν και μόνο εάν έχει στοιχεία που υποστηρίζουν την εν λόγω πεποίθηση. Ο αποδεικτισμός είναι, επομένως, μια θέση σχετικά με το ποιες πεποιθήσεις είναι δικαιολογημένες και ποιες όχι.
[4] Ο προϋποθετισμός είναι μια γνωσιολογική σχολή της χριστιανικής απολογητικής που εξετάζει τις προϋποθέσεις στις οποίες βασίζονται οι κοσμοθεωρίες και καλεί σε σύγκριση/αντίθεση των αποτελεσμάτων αυτών των προϋποθέσεων. Βλ. και άρθρο «Van Till, Cornelius» στο Norman Geisler, Baker Encyclopedia of Christian Apologetics, Grand Rapids: Baker, 1998.
[5] Ο συνεκτικισμός είναι μια θεωρία επιστημικής δικαιολόγησης. Υπονοεί ότι για να δικαιολογηθεί μια πεποίθηση πρέπει να ανήκει σε ένα συνεκτικό σύστημα πεποιθήσεων. Βλ. και άρθρο «Clark, Gordon», στο Norman Geisler, Baker Encyclopedia of Christian Apologetics, Grand Rapids: Baker, 1998.
[6] Reductio ad absurdum.
[7] Ο όρος «αποδεικτικός» δηλώνει ότι κάποιος δικαιολογημένα πιστεύει κάτι εάν και μόνο έχει στοιχεία που υποστηρίζουν την εν λόγω πεποίθηση. Ο αποδεικτισμός είναι, επομένως, μια θέση σχετικά με το ποιες πεποιθήσεις είναι δικαιολογημένες και ποιες όχι.

Έραστε καλημέρα,
Σε ευχαριστούμε για το τόσο χρήσιμο άρθρο σου. Είναι σημαντικό να έχουμε μία τέτοια πλήρη ανάπτυξη του θέματος στα Ελληνικά.
Ο ΘΕός να σε στηρίζει για να συνεχίζεις το καλό έργο σου!
Γιώτης
>
Μου αρέσει!Μου αρέσει!
Ευχαριστώ πολύ, Γιώτη.
Μου αρέσει!Μου αρέσει!