Τι θα απαντούσε ο Ιησούς στους άθεους;

Ο Ιησούς έκανε χρήση κάποιων απολογητικών μεθόδων για να πείσει ανθρώπους για την αλήθεια του Θεού, κάνοντας έκκληση στην νοημοσύνη, επειδή στην  επικοινωνία των ανθρώπων πάντα εμπλέκεται η νοημοσύνη.

Ας φανταστούμε όμως τον Ιησού στη σημερινή μας εποχή. Πώς θα ζούσε και πώς θα συνδιαλεγόταν με τους συνανθρώπους σήμερα; Στο Λονδίνο υπάρχει το Speakers’ Corner στο Hyde Park όπου ο καθένας έχει την ελευθερία να κάνει μια διακήρυξη. Στη σημερινή Αθήνα όμως, σε ποια μέρη θα μπορούσε να μιλήσει κανείς δημόσια στον κόσμο; Πώς θα αντιμετώπιζε ο Ιησούς τους σημερινούς άθεους και αρνητές της πίστης;

Η Βίβλος τον περιγράφει ότι ζούσε και δίδασκε σε μια Εβραϊκή κουλτούρα, μια κουλτούρα όπου επικρατούσε η πίστη στο Θεό των Εβραίων, μια κουλτούρα θεϊστική. Στην Παλαιστίνη την εποχή εκείνη οι άνθρωποι δεν αμφισβητούσαν την ύπαρξη του Θεού και γι’ αυτό τον λόγο δεν υπήρχε και ανάγκη για ορθολογική υπεράσπιση της. Αλλά τί θα έλεγε ο Ιησούς σ’ εκείνους που δεν συμμερίζονται τη θεϊστική κοσμοθεωρία.

Κάποια στοιχεία από τη διδασκαλία του Ιησού βρίσκουν απήχηση και εφαρμογή σε μη θεϊστικά πλαίσια. Ερευνώντας τα, ανακαλύπτει κανείς, κατά πιο τρόπο ο Ιησούς θα απαντούσε στις απολογητικές προκλήσεις μιας αθεϊστικής κοσμοθεωρίας. Αυτά επιτρέπουν να συμπεράνει κανείς με ποιο τρόπο θα ανταποκρινόταν ο Ιησούς σε τέτοιου είδους σκέψεις, δηλαδή τις αντιδράσεις του απέναντι σε κάποιες μορφές απιστίας.

Ο Ιησούς, στη διδασκαλία του, κάνει χρήση τεσσάρων επιχειρημάτων που υποστηρίζουν διανοητικά την ύπαρξη του Θεού, πολλούς αιώνες μάλιστα πριν χριστιανοί απολογητές τα ανακάλυψαν ως επιχειρήματα για την ύπαρξη του Θεού. Πρόκειται, πρώτον, για το επιχείρημα της πρώτης αιτίας, δεύτερον, για το τελεολογικό επιχείρημα, δηλαδή το επιχείρημα ότι ο κόσμος γύρω μας υπάρχει για έναν σκοπό, τρίτον το επιχείρημα με βάση την ηθική, και τέταρτον το επιχείρημα που προκύπτει αν σκεφτούμε καλά-καλά κάποιες υπαρξιακές μας ανάγκες που χωρίς τον Θεό μένουν ανεκπλήρωτες.

Ας τα δούμε όμως ένα-ένα και ειδικά, και ας προσέξουμε, πώς ο Χριστός υφαίνει τα επιχειρήματα αυτά στη διδασκαλία του.  

1. Το Κοσμολογικό Επιχείρημα

Ο Ιησούς στηρίζει βασικά στοιχεία του επιχειρήματος περί Πρώτης Αιτίας. Συχνά αναφέρεται στο αφήγημα της δημιουργίας του βιβλίου της Γένεσης (Ματθ. 19:4-8· Μάρκ. 13:19· Λουκ. 11:50). Όταν τον ρωτούν κάποιοι για το διαζύγιο, εκείνος αναπτύσσει τη θέση του αναφερόμενος στη Δημιουργία, όπως περιγράφεται στο βιβλίο της Γένεσης:

    «Δε διαβάσατε πως ο δημιουργός από την αρχή τούς έκανε άντρα και γυναίκα; Και είπε, γι’ αυτό θα εγκαταλείψει ο άντρας τον πατέρα του και τη μητέρα του και θα ενωθεί με τη γυναίκα του, και θα γίνουν οι δύο ένας άνθρωπος. Συνεπώς δεν είναι πια δύο αλλά ένας άνθρωπος. Ό,τι λοιπόν συνένωσε ο Θεός, δεν πρέπει να το χωρίζει ο άνθρωπος». (Ματθ. 19:4-6).

    Έτσι, με την ερώτηση περί του θεσμού του γάμου, ο Ιησούς τους μεταφέρει στα παρασκήνια του αφηγήματος της δημιουργίας. Επίσης, εξηγώντας τι θα συμβεί στο τέλος των εποχών, ο Ιησούς αναφέρει τα εξής:

    τα δεινά που θα συμβούν τότε θα ’ναι τέτοια που δεν ξανάγιναν ως τώρα, από τότε που δημιούργησε ο Θεός τον κόσμο, ούτε και θα ξαναγίνουν (Μάρκ. 13:19).

    Και στις δύο περιπτώσεις τα λόγια που χρησιμοποιεί ο Ιησούς υπονοούν – ως αδιαμφισβήτητο γεγονός – ότι ο κόσμος είχε αρχή, και πως ο Θεός, ως ο Δημιουργός του, είναι η Πρώτη Αιτία.

    2. Το Τελεολογικό Επιχείρημα

    Η τελεολογία είναι φιλοσοφική ιδέα, που φρονεί ότι τα πράγματα έχουν σκοπό ή ότι είναι αποτέλεσμα σχεδιασμού. Ο Ιησούς, στη διδασκαλία του, κάνει συχνά χρήση μιας τελεολογικής προοπτικής των πάντων, ειδικά όταν μιλάει για την ανησυχία ή μέριμνα που δείχνει η δημιουργημένη τάξη όταν δεν εκτιμάει τη φροντίδα του Δημιουργού:

    Γι’ αυτό, λοιπόν, σας λέω: Μη μεριμνάτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε ούτε για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε. Η ζωή δεν είναι σπουδαιότερη από την τροφή; Και το σώμα δεν είναι σπουδαιότερο από το ντύσιμο; Κοιτάξτε τα πουλιά που δε σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε συνάζουν αγαθά σε αποθήκες, κι όμως ο ουράνιος Πατέρας σας τα τρέφει· εσείς δεν αξίζετε πολύ περισσότερο απ’ αυτά; Κι έπειτα, ποιος από σας μπορεί με το άγχος του να προσθέσει έναν πήχυ στο ανάστημά του; Και γιατί τόσο άγχος για το ντύσιμό σας; Ας σας διδάξουν τα αγριόκρινα πώς μεγαλώνουν· δεν κοπιάζουν ούτε γνέθουν· κι όμως σας βεβαιώνω πως ούτε ο Σολομών σ’ όλη του τη μεγαλοπρέπεια δεν ντυνόταν όπως ένα από αυτά. Αν όμως ο Θεός ντύνει έτσι το αγριόχορτο, που σήμερα υπάρχει κι αύριο θα το ρίξουν στη φωτιά, δε θα φροντίσει πολύ περισσότερο για σας, ολιγόπιστοι; (Ματθ. 6:25-30).

    Αναφερόμενος και διδάσκοντας ενάντια στο άγχος και στην μέριμνα, ο Ιησούς αναδεικνύει την πρόνοια του Θεού για τη δημιουργία, η οποία εμφανίζεται ως μέριμνα ενός καλού Πλάστη για τη διατροφή των ζώων καθώς και για την καλλιτεχνική Του φροντίδα που περικλείει, για παράδειγμα, την ομορφιά των κρίνων. Το σχέδιο που παρατηρεί κανείς στη δημιουργία δεν είναι παρά μια απόδειξη φροντίδας του υπέρτατου αυτού θεϊκού Σχεδιαστή.

    3. Το Επιχείρημα που προκύπτει από την Ηθική

    Κατά τον Ιησού ο ηθικός νόμος του Θεού είναι δεσμευτικός όχι μόνο για τους πιστούς αλλά και για τους άπιστους. Συνοψίζοντας το νόμο του Μωυσή στις δύο υπέρτατες εντολές: Πρώτον,

    …ν’ αγαπάς τον Κύριο το Θεό σου μ’ όλη την καρδιά σου, μ’ όλη την ψυχή σου και μ’ όλο το νου σου (Ματθ. 22:37).

    Και δεύτερον,

    … ν’ αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου (εδ. 39).

    στηρίζει το ηθικό καθήκον καθενός ανθρώπου σε αυτό που έχει ονομαστεί ο «Χρυσός Κανόνας»:

    Όλα όσα θέλετε να σας κάνουν οι άλλοι άνθρωποι, αυτά να τους κάνετε κι εσείς· σ’ αυτό συνοψίζονται ο νόμος και οι προφήτες (Ματθ. 7:12).

    Αυτό είναι κάτι που καταλαβαίνουν ακόμα και άπιστοι, κάτι που είναι εμφανές από την αντίστροφη δήλωση του Κομφούκιου:

    Μη κάνεις στους άλλους αυτό που δεν θα ήθελες να σου κάνουν.

    Αλλά, πέρα από την εφαρμογή της Ηθικής, ο Ιησούς καταδεικνύει πως κάθε άνθρωπος, είτε πιστεύει στο Θεό είτε όχι, αναγνωρίζει ότι ισχύει ο Ηθικός Νόμος. Γι’ αυτό και λέει:

    Αφού, λοιπόν, εσείς, παρ’ όλο που είστε [άπιστοι] αμαρτωλοί, ξέρετε να δίνετε στα παιδιά σας καλά πράγματα, πολύ περισσότερο ο ουράνιος Πατέρας σας θα δώσει αγαθά σ’ όσους του τα ζητούν (Ματθ. 7:11).

    Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο καθιστά σαφές πως ακόμα και κακοί άνθρωποι ξέρουν τι είναι «το καλό», αλλά και πως όντως υπάρχει ένας Ηθικός Νόμος που είναι γνωστός στους ανθρώπους. Πρέπει να ήταν μάλλον αυτό που παρακίνησε τον Ρώσο λογοτέχνη και συγγραφέα Φιόντορ Ντοστογιέφσκι να γράψει το περίφημό του:

    Χωρίς Θεό, όλα επιτρέπονται.

    Από τέτοιες (αναγνωρισμένες από όλους) αλήθειες συμπεραίνει κανείς, ότι επειδή υπάρχει Ηθικός Νόμος, πρέπει να υπάρχει ο Θεός ως ο Ηθικός Νομοθέτης.

    4. Το Επιχείρημα που προκύπτει από τις Υπαρξιακές μας Ανάγκες

    Είναι πολλοί οι άνθρωποι που ανακαλύπτουν μέσα τους μια λαχτάρα για κάτι που δεν κατέχεται, αλλά η έλξη του οποίου μέσα τους γίνεται ολοένα και πιο έντονη. Φιλόσοφοι και επιστήμονες έχουν καταστήσει έναν κατάλογο υπαρξιακών αναγκών του ανθρώπου που περιλαμβάνει τις βασικές/φυσιολογικές ανάγκες, την ανάγκη για ασφάλεια, την ανάγκη για κοινωνική αποδοχή, την ανάγκη αυτοεκτίμησης, την ανάγκη αυτοπραγμάτωσης, κ.ά.

    Το επιχείρημα υπέρ της ύπαρξης του Θεού που προκύπτει από τέτοιες ανάγκες θα μπορούσε να διατυπωθεί κάπως έτσι:

    1. Έχουμε ανάγκη του χ, φ, ψ.
    2. Η πίστη στον Θεό ικανοποιεί την ανάγκη μας αυτή του χ, φ, ψ.
    3. Επομένως, η πίστη στον Θεό είναι δικαιολογημένη.

    Ο Βρετανός συγγραφέας και απολογητής C. S. Lewis θεωρεί πως ο Θεός αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για υπερβατική εκπλήρωση μιας ανθρώπινης ανάγκης ή επιθυμίας. Οι περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν μέσα τους ένα αίσθημα λαχτάρας που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με κάτι παροδικό ή φθαρτό. Έτσι γράφει:

    Αν διαπιστώνω στον εαυτό μου μια επιθυμία που καμία εμπειρία στον κόσμο αυτό δεν μπορεί να ικανοποιήσει, η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι φτιάχτηκα για κάποιον άλλο κόσμο [1].

    Ο Γάλλος μαθηματικός Μπλέζ Πασκάλ το περιγράφει αυτό ως λαχτάρα για το θείο που είναι «κλεισμένη» μέσα στον κάθε άνθρωπο. Φωτίζει την ανθρώπινη φύση και αποκαλύπτει τον τελικό στόχο που είναι ο ίδιος ο Θεός. Γράφει ο Πασκάλ:

    Τι μας κράζει λοιπόν αυτή η απληστία και η αδυναμία, αν όχι ότι άλλοτε υπήρχε μέσα στον άνθρωπο μια αληθινή ευτυχία, από την οποία απομένει τώρα μόνο ένα λείψανο κι ένα χνάρι ολότελα κενό […] γιατί αυτό το αχανές χάσμα δεν μπορεί να πληρωθεί παρά μόνο από ένα άπειρο και ασάλευτο αντικείμενο, δηλαδή από τον ίδιο τον Θεό. Μόνο Αυτός είναι το αληθινό του αγαθό· κι αφότου τον εγκατέλειψε, παραδόξως, δεν υπάρχει τίποτα μέσα στη φύση ικανό τα Τον αντικαταστήσει [2].

    Σχετικά με αυτό το επιχείρημα δεν χρειάζεται να μαντέψει κανείς τι πιστεύει ο Ιησούς και γιατί χρησιμοποιεί μια προσέγγιση σε πολλές παραβολές και ρήσεις που τονίζει ότι η ζωή χωρίς τον Θεό δεν έχει νόημα:

    Ο άνθρωπος, λέει η Γραφή, δε ζει μόνο με ψωμί, αλλά με κάθε λόγο που βγαίνει από το στόμα του Θεού (Ματθ. 4,4).

    Βεβαιώνει, επίσης εμφατικά, ότι

    … τα πλούτη, όσο περίσσια κι αν είναι, δε δίνουν στον άνθρωπο την αληθινή ζωή
    (Λουκ. 12:15).

    Αν δεν υπάρχει Θεός, αν ως άνθρωποι είμαστε απλώς ένα «ατύχημα» της φύσης, τότε δεν υπάρχει απόλυτος σκοπός για την ύπαρξή μας. Κάθε άτομο ζει για μια σύντομη χρονική περίοδο και μετά αντιμετωπίζει την εκμηδένιση.

    Ο Ιησούς μιλάει συχνά για τη ματαιότητα της αναζήτησης νοήματος σε υλικά πλούτη. Για παράδειγμα,

    Μη μαζεύετε θησαυρούς πάνω στη γη, όπου τους αφανίζει ο σκόρος και η σκουριά, κι όπου οι κλέφτες κάνουν διαρρήξεις και τους κλέβουν. Αντίθετα, να μαζεύετε θησαυρούς στον ουρανό, όπου δεν τους αφανίζουν ούτε ο σκόρος ούτε η σκουριά, κι όπου οι κλέφτες δεν κάνουν διαρρήξεις και δεν τους κλέβουν. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας εκεί θα είναι και η καρδιά σας (Ματθ. 6:19-21).

    Κατανοεί πλήρως πως ο υλικός πλούτος μπορεί μεν να φέρει προσωρινή ευτυχία, αλλά δεν είναι σε θέση να προσφέρει απόλυτη χαρά και νόημα στη ζωή. Γι’ αυτό και δηλώνει,

    Τι ωφελείται ο άνθρωπος, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο, χάσει όμως τη ζωή του; Ή τι μπορεί να δώσει ο άνθρωπος αντάλλαγμα για τη ζωή του; (Ματθ. 16:26).

    Διδάσκει πως ακόμα και το μεγαλύτερο υλικό κέρδος δεν μπορεί να συγκριθεί με την αιώνια ζωή μαζί με τον Θεό. Κάνει με σαφήνεια κατανοητό, πως το ύστατο νόημα στη ζωή δεν μπορεί να βρεθεί έξω από μια σχέση με τον Δημιουργό, χρησιμοποιώντας την εξής παραβολή:

    Κάποιου πλούσιου ανθρώπου τα χωράφια έδωσαν άφθονη σοδειά. Τότε εκείνος σκεφτόταν και έλεγε: «τι να κάνω; Δεν έχω μέρος να συγκεντρώσω τα γεννήματά μου! Αλλά να τι θα κάνω», είπε. «Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα χτίσω μεγαλύτερες για να συγκεντρώσω εκεί όλη τη σοδειά μου και τ’ αγαθά μου. Μετά θα πω στον εαυτό μου: τώρα έχεις πολλά αγαθά, που αρκούν για χρόνια πολλά· ξεκουράσου, τρώγε, πίνε, διασκέδαζε». Τότε του είπε ο Θεός: «Ανόητε. Αυτή τη νύχτα θα παραδώσεις τη ζωή σου. Αυτά, λοιπόν, που ετοίμασες σε ποιον θα ανήκουν;» Αυτά, λοιπόν, παθαίνει όποιος μαζεύει πρόσκαιρους θησαυρούς και δεν πλουτίζει τον εαυτό του με ό,τι θέλει ο Θεός (Λουκ. 12:16-21).

    Στην παραβολή αυτή, ο Ιησούς προειδοποιεί τους ανθρώπους να μην εστιάζουν υπερβολικά ή  να μην ορίζουν τη ζωή τους με βάση τα υλικά αγαθά, γιατί στο τέλος κάθε τι γήινο θα μείνει πίσω. Όταν ο άπληστος άνθρωπος σταθεί ενώπιον του Θεού και της αιωνιότητας, θα βρεθεί με άδεια χέρια.

    Μιλώντας με έναν άθεο λοιπόν, ο Ιησούς θα μπορούσε να επαναλάβει το δίδαγμα αυτής της παραβολής και να ρωτήσει:

    Τι είναι το απόλυτο κέρδος από την απόκτηση πλούτου, ή επιστημονικών ανακαλύψεων ή από τη διάδοση του ανθρώπινου γένους; Επειδή ό,τι κερδίζεται σε αυτή τη ζωή θα τελειώσει με το θάνατο της ανθρωπότητας και του σύμπαντος.

    5. Συμπέρασμα

    Μια τέτοια συνομιλία του Ιησού με έναν άθεο σήμερα είναι πιθανό πως θα τον οδηγούσε να συνειδητοποιήσει αυτός την απόλυτη χρεοκοπία της υλιστικής κοσμοθεωρίας. Αν δεν υπάρχει Θεός, τότε η ύπαρξη είναι χωρίς νόημα, χωρίς σημασία, χωρίς ελπίδα. Το δίλημμα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα είναι ότι δεν μπορεί να ζει σε έναν κόσμο στον οποίο η ύπαρξη δεν έχει νόημα.

    Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί ο Ιησούς στη διδασκαλία του είναι σε θέση να οδηγήσουν έναν άθεο στην επίγνωση ότι είναι αδύνατο να ζήσει με συνέπεια τις όποιες επιπτώσεις της κοσμοθεωρίας του.

    Ο Ιησούς άφησε κάποιες σαφείς υποδείξεις σχετικά με το πώς Εκείνος θα χειριζόταν μια συζήτηση με έναν άθεο σήμερα. Αυτό που ανακαλύπτει κανείς, ακολουθώντας τα συμπεράσματα αυτά, είναι ότι ο Ιησούς είναι ένας νοήμων θεϊστής που δεν διστάζει να κάνει χρήση του κοσμολογικού και του τελεολογικού επιχειρήματος καθώς και της ηθικής για να αποδείξει την ύπαρξη του Θεού στους σκεπτικιστές. Η διδασκαλία του εκφράζει επίσης το επιχείρημα της υπαρξιακής ανάγκης κάθε ανθρώπου για τον Θεό.


    [1]      C. S. Lewis, Απλώς Χριστιανισμός, μτφρ. Ροβέρτος Χιλλ, Αθήνα: Ελληνικό Βιβλικό Κολλέγιο, 1990, σ. 154.

    [2]      Blaise Pascal, Σκέψεις, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, Αθήνα: Καστανιώτη, 2000, σ. 141.

    One Reply to “”

    Σχολιάστε