Είναι το Ευαγγέλιο μωρία;

Του Στέφαν Γκούσταβσον*)

Σας ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση. Είναι μεγάλη τιμή για μένα να βρίσκομαι σε αυτήν την παγκοσμίως γνωστή πόλη και ακόμη μεγαλύτερη τιμή να μιλώ σε μια εκκλησία με τόσο βαθιά ιστορία. Λυπάμαι που δεν μιλώ τη δική σας όμορφη γλώσσα, αλλά θα χρειαστεί να ανεχτείτε τα όχι και τόσο καλά αγγλικά μου. Ευτυχώς υπάρχει ένας εξαιρετικός διερμηνέας.

Απόψε θα μιλήσουμε για δύο πράγματα, και τα δύο σχετίζονται με την έννοια της αλήθειας. Πρώτα θα εξετάσουμε πώς κατανοούμε την αλήθεια ως Χριστιανοί, και έπειτα θα δούμε πώς αντιλαμβάνεται την αλήθεια ο σύγχρονος πολιτισμός.

Κατά την εμπειρία μου, ένα μεγάλο εμπόδιο για τη χριστιανική απολογητική είναι ότι πολλοί Χριστιανοί έχουν παρερμηνεύσει τα πρώτα δύο κεφάλαια της πρώτης προς Κορινθίους επιστολής. Εκεί ο Παύλος μιλά για το Ευαγγέλιο ως «μωρία», για τη «μωρία του σταυρού», για τη «μωρία του Θεού», και τονίζει ότι το μήνυμά του δεν βασίστηκε σε ανθρώπινη σοφία ή σε σοφά λόγια. Έτσι είναι εύκολο να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο ίδιος ο Παύλος θεωρούσε το μήνυμά του ‘μωρία’. Και βέβαια, αν το μήνυμά μας είναι τέτοιο, τότε δεν έχει νόημα να προσπαθούμε να το εξηγήσουμε ή να το υποστηρίξουμε με επιχειρήματα.

Για τον λόγο αυτό, για πολλούς Χριστιανούς, η πρώτη επιστολή του Παύλου προς τους Κορινθίους έχει λειτουργήσει σαν εμπόδιο για την ανάπτυξη μιας σοβαρής απολογητικής. Πρόκειται όμως, κατά τη γνώμη μου, για μια λανθασμένη ανάγνωση του Παύλου — και αυτό για πολλούς λόγους.

Πρώτον, αυτή η ιδέα δεν συμφωνεί με το βιβλίο των Πράξεων. Αν μελετήσουμε τις Πράξεις, βλέπουμε πώς ο Παύλος κήρυττε το Ευαγγέλιο στην Κόρινθο: κάθε Σάββατο συζητούσε στη συναγωγή, επιχειρηματολογούσε και προσπαθούσε να πείσει. Στην Έφεσο επίσης διαλεγόταν και έπειθε για τη βασιλεία του Θεού. Όταν στάθηκε μπροστά στον βασιλιά Αγρίππα και στον Ρωμαίο διοικητή Φήστο, κατηγορήθηκε ότι είναι παράλογος. Η απάντησή του ήταν: «Όχι, αυτά που λέω είναι αληθινά και λογικά». Αυτό είναι το πρώτο επιχείρημα ότι ο Παύλος δεν θεωρούσε το μήνυμά του μωρία.

Δεύτερον, αυτή η ερμηνεία δεν ταιριάζει με το ίδιο το πλαίσιο της επιστολής. Στο κεφάλαιο 10 γράφει: «Σας μιλώ ως σε φρόνιμους ανθρώπους· κρίνετε εσείς». Με άλλα λόγια: χρησιμοποιήστε τον νου σας. Και στο κεφάλαιο 14 προσθέτει: «Μην σκέφτεστε σαν παιδιά· ως προς την κακία να είστε νήπια, αλλά στη σκέψη να είστε ώριμοι». Είναι λοιπόν σαφές ότι ο Παύλος δεν είναι εναντίον της σκέψης ή της λογικής. Γιατί λοιπόν χρησιμοποιεί τη γλώσσα της «μωρίας»;

Ως συνήθως, η απάντηση βρίσκεται στο πλαίσιο. Θα δώσω ένα παράδειγμα για το πόσο σημαντικό είναι να γνωρίζουμε το υπόβαθρο μιας κατάστασης. Πριν από μερικά χρόνια, πολλοί δυτικοί δημοσιογράφοι συζητούσαν για την υγεία του Βλαντιμίρ Πούτιν. Παρατήρησαν ότι όταν περπατούσε, το δεξί του χέρι δεν κινούνταν φυσιολογικά, ενώ το αριστερό κινούνταν. Θεώρησαν ότι αυτό ήταν σημάδι ασθένειας ή αδυναμίας. Όταν όμως το άκουσαν αυτό Ρώσοι δημοσιογράφοι, γέλασαν. Γνώριζαν το υπόβαθρο: ήταν σημάδι δύναμης. Οι πράκτορες της KGB εκπαιδεύονται να κρατούν το δεξί τους χέρι ακίνητο, κοντά στο όπλο τους. Εκεί που οι Δυτικοί έβλεπαν αδυναμία, όσοι γνώριζαν το πλαίσιο έβλεπαν δύναμη.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την πρώτη προς Κορινθίους επιστολή. Συχνά τη διαβάζουμε με λάθος τρόπο. Το πραγματικό πλαίσιο στην Κόρινθο είναι ο σοφισμός. Ήταν ένα γνωστό ρεύμα στην ελληνική φιλοσοφία. Ο Πλάτων κάνει διάκριση ανάμεσα στους φιλοσόφους — που αγαπούν τη σοφία — και στους σοφιστές, που χρησιμοποιούν τη σκέψη για να χειραγωγούν. Δεν ενδιαφέρονται για την αλήθεια, αλλά για εξουσία, επιρροή και χρήμα. Το ίδιο και ο Αριστοτέλης, όταν κάνει διάκριση ανάμεσα στη ρητορική και στη σοφιστική.

Για πολύ καιρό οι ιστορικοί πίστευαν ότι ο σοφισμός εμφανίστηκε ξανά τον 2ο αιώνα μ.Χ. Σήμερα όμως γνωρίζουμε ότι ήταν ήδη ισχυρός τον 1ο αιώνα. Οι σοφιστές ήταν σαν τους σημερινούς «σταρ»: είχαν θαυμαστές, έκαναν εντυπωσιακές παρουσιάσεις, πρόσεχαν πολύ την εμφάνισή τους, φορούσαν εντυπωσιακά ρούχα και δημιουργούσαν ατμόσφαιρα με τον λόγο τους.

Αν γνωρίζουμε αυτό το πλαίσιο, καταλαβαίνουμε γιατί ο Παύλος αντιδρά στα σοφίσματα κάποιων— όχι στη σκέψη, ούτε στην αλήθεια. Γι’ αυτό και γράφει: «Δεν ήρθα με σοφία λόγου, για να μη ματαιωθεί η δύναμη του σταυρού» (Α’ Κορ. 1:17). Δεν απορρίπτει τη σοφία, αλλά μια ρητορική που προσπαθεί να χειραγωγήσει. Σε άλλο σημείο λέει ότι δεν χρησιμοποιεί δόλο ούτε διαστρέφει τον λόγο του Θεού, αλλά παρουσιάζει την αλήθεια φανερά. Δεν προβάλλει τον εαυτό του, αλλά τον Χριστό. Και αναρωτιέται: «Χρειαζόμαστε συστατικές επιστολές;» (Β’ Κορ. 3: 1-3) — κάτι συνηθισμένο στους σοφιστές.

Κάποιοι τον κατηγορούσαν ότι η παρουσία του δεν ήταν εντυπωσιακή και ότι ο λόγος του δεν είχε δύναμη. Εκείνος όμως τονίζει ότι μπορεί να μην είναι ρήτορας, αλλά έχει γνώση. Οι σοφιστές ζητούσαν αμοιβή. Ο Παύλος κήρυττε δωρεάν. Όλα αυτά δείχνουν ξεκάθαρα ότι αντιστέκεται στον σοφισμό.

Ας δούμε τώρα το γνωστό χωρίο: «Ο λόγος του σταυρού είναι μωρία». Συχνά σταματάμε εκεί. Ο απόστολος όμως συνεχίζει προσθέτοντας: «για εκείνους που χάνονται» (Α’ Κορ. 1:18). Ο Παύλος γνωρίζει ότι κάποιοι θεωρούν το μήνυμα μωρία — δεν λέει όμως ότι το κήρυγμα καθαυτό είναι μωρία. Για τον ίδιο, το Ευαγγέλιο είναι «δύναμη Θεού και σοφία Θεού» (Α’ Κορ. 1:24).

Γιατί όμως θεωρείται μωρία; Επειδή οι άνθρωποι έχουν λανθασμένες προσδοκίες. Οι Ιουδαίοι ζητούσαν σημεία — έναν Μεσσία που θα νικούσε τους Ρωμαίους. Όταν άκουγαν για έναν σταυρωμένο, τον απέρριπταν. Οι Έλληνες ζητούσαν φιλοσοφική σοφία. Η ιδέα ότι η αλήθεια βρίσκεται σε έναν σταυρωμένο άνθρωπο τους φαινόταν παράλογη.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι το μήνυμα, αλλά οι προκαταλήψεις. Η πραγματική πρόκληση του Ευαγγελίου είναι ότι καταρρίπτει την ανθρώπινη υπερηφάνεια. Μας λέει ότι δεν μπορούμε να σωθούμε μόνοι μας. Επειδή η σωτηρία είναι δώρο. Κι’ αυτό είναι δύσκολο να το αποδεχτούμε.

Ο Παύλος συνοψίζει το επιχείρημά του στην Α΄Κορ. 1:27–31:

Αλλά αυτούς που ο κόσμος θεωρεί μωρούς, αυτούς διάλεξε ο Θεός για να ντροπιάσει τους σοφούς· και αυτούς που ο κόσμος θεωρεί αδύναμους, αυτούς διάλεξε ο Θεός για να ντροπιάσει τους ισχυρούς· και αυτούς που ο κόσμος θεωρεί ευτελείς και περιφρονημένους, τα μηδενικά, αυτούς διάλεξε ο Θεός για να καταργήσει εκείνους που νομίζουν ότι είναι κάτι. Έτσι, κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να καυχηθεί μπροστά στον Θεό. Χάρη όμως σ’ Αυτόν, εσείς βρίσκεστε ενωμένοι με τον Ιησού Χριστό, ο οποίος έγινε για εμάς σοφία από τον Θεό, δικαιοσύνη, αγιασμός και απολύτρωση. Ώστε, καθώς λέει η Γραφή, όποιος καυχιέται, ας καυχιέται στον Κύριο.

Και καταλήγει με μια παραπομπή στην Παλαιά Διαθήκη: «Όποιος καυχιέται, ας καυχιέται στον Κύριο». Αυτή είναι η πραγματική πρόκληση του Ευαγγελίου. Διότι εμείς, ως πεπτωκότες άνθρωποι, έχουμε βαθιά μέσα μας την τάση να δικαιώνουμε τον εαυτό μας, να έχουμε κάτι για το οποίο μπορούμε να καυχηθούμε ενώπιον του Θεού.

Αν εξετάσει κανείς τις διάφορες θρησκείες και φιλοσοφίες του κόσμου, θα δει ότι όλες, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στρέφονται γύρω από τα ανθρώπινα έργα: τι πρέπει να κάνουμε, πώς να βελτιωθούμε, πώς να φτάσουμε σε ένα επίπεδο που να μπορούμε να καυχηθούμε για τον εαυτό μας. Αυτή η τάση είναι βαθιά ριζωμένη στην ανθρώπινη καρδιά. Το Ευαγγέλιο όμως την ανατρέπει πλήρως. Μας λέει ότι δεν έχουμε τίποτα να συνεισφέρουμε στη σωτηρία μας. Η σωτηρία είναι δώρο, που προσφέρεται μέσω του Ιησού Χριστού, και εξαρτάται ολοκληρωτικά από αυτό που Εκείνος έχει κάνει.

Αν φανταστούμε όλη την ανθρωπότητα παραταγμένη, τότε μόνο ένας άνθρωπος μπορεί να είναι ο χειρότερος όλων. Αυτό σημαίνει ότι όλοι οι υπόλοιποι έχουμε κάποιον που μπορούμε να θεωρήσουμε χειρότερο από εμάς. Έτσι λειτουργεί η ανθρώπινη σκέψη: λέμε «δεν είμαι τέλειος, αλλά δεν είμαι σαν εκείνον». Πάντα βρίσκουμε κάποιον χειρότερο για να συγκριθούμε και να αισθανθούμε καλύτερα. Το Ευαγγέλιο όμως καταρρίπτει αυτή τη λογική. Μας λέει ότι όλοι είμαστε αμαρτωλοί και ότι όλοι έχουμε στερηθεί τη δόξα του Θεού. Όμως, μέσω της πίστης στον Ιησού Χριστό, μπορούμε να δικαιωθούμε, να σταθούμε σωστοί ενώπιον του Θεού.

Συνοψίζοντας, το Ευαγγέλιο δεν αποτελεί επίθεση στη λογική μας. Αντίθετα, αποτελεί μια βαθιά πρόκληση προς τις προκαταλήψεις μας και, κυρίως, προς την υπερηφάνειά μας.

Σκοπός αυτής της παρουσίασης είναι να μας ελευθερώσει ώστε να χρησιμοποιούμε τον νου μας και να αγκαλιάσουμε ολόψυχα την απολογητική ως κλήση: να εξηγούμε και να υπερασπιζόμαστε την αλήθεια του Ευαγγελίου.

Τώρα ας στραφούμε στις προκλήσεις και στις προκαταλήψεις του πολιτισμού μας. Ποιες είναι αυτές οι προκαταλήψεις; Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει πολλά παραδείγματα, όπου η κουλτούρα μας εμφανίζεται «τυφλή» ή δεν χρησιμοποιεί σωστά τον νου. Δεν είναι λοιπόν ο Χριστιανισμός παράλογος· συχνά ο πολιτισμός λειτουργεί παράλογα.

Θα εστιάσουμε στην έννοια της αλήθειας: τι είναι η αλήθεια και πώς μπορούμε να την γνωρίσουμε.

Βρισκόμενος στην Ελλάδα, αισθάνομαι την ανάγκη να αναφερθώ σε έναν από τους μεγάλους φιλοσόφους σας, τον Αριστοτέλη, ο οποίος έδωσε τον κλασικό ορισμό της αλήθειας:

Το να λες για αυτό που είναι ότι δεν είναι, ή για αυτό που δεν είναι ότι είναι, αυτό είναι ψευδές. Ενώ το να λες για αυτό που είναι ότι είναι, και για αυτό που δεν είναι ότι δεν είναι, αυτό είναι αληθές.

Με απλά λόγια: η αλήθεια είναι το να λες τα πράγματα όπως είναι. Όταν μια πρόταση συμφωνεί με την πραγματικότητα, είναι αληθής. Όταν δεν συμφωνεί, είναι ψευδής.

Αυτή η αντίληψη κυριάρχησε στη δυτική σκέψη για δύο χιλιάδες χρόνια και αποτελεί επίσης τη βάση της χριστιανικής πίστης. Πώς όμως ελέγχουμε αν κάτι είναι αληθές;

Οι φιλόσοφοι έχουν προτείνει τρία βασικά κριτήρια:

Πρώτον: η συνοχή (coherence). Είναι μια συγκεκριμένη πρόταση λογικά συνεπής; Για παράδειγμα, αν σας πω ότι είδα ένα «τετράγωνο κύκλο», γνωρίζετε αμέσως ότι αυτό είναι αδύνατο. Δεν μπορεί να υπάρξει τετράγωνος κύκλος. Δεν είναι θέμα περιορισμού του Θεού — ο Θεός δεν κάνει παράλογα πράγματα, γιατί το παράλογο είναι απλώς ανοησία.

Δεύτερον: η αντιστοιχία (correspondence). Συμφωνεί η πρόταση με την πραγματικότητα; Αν πω ότι είδα ένα λιοντάρι στον δρόμο, πρέπει να ελεγχθεί εμπειρικά: υπάρχουν ίχνη; Αποδείξεις; Δεδομένα;

Τρίτον: το πρακτικό κριτήριο (pragmatic). Μπορείς να ζήσεις σύμφωνα με αυτήν την πρόταση; Πολλοί λένε ότι δεν υπάρχει αντικειμενική ηθική. Όμως λίγο αργότερα καταδικάζουν πράξεις όπως τον βομβαρδισμό αμάχων ή τον βιασμό γυναικών στον πόλεμο στην Ουκρανία ως «κακές». Στην πράξη ζουν σαν να υπάρχει αντικειμενική ηθική.

Ως Χριστιανοί πιστεύουμε ότι η πίστη μας αντέχει και στα τρία αυτά κριτήρια: είναι λογικά συνεπής, ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και μπορεί να βιωθεί.

Σήμερα όμως ο πολιτισμός μας έχει κινηθεί προς μια άλλη κατεύθυνση: τον μεταμοντέρνο σχετικισμό.

Στη νεωτερική εποχή οι άνθρωποι μπορεί να απέρριπταν τον Χριστιανισμό, αλλά εξακολουθούσαν να πιστεύουν στην αντικειμενική αλήθεια. Σήμερα όμως κυριαρχεί η ιδέα ότι δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια — μόνο «η δική μου» και «η δική σου». Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε πλέον να συζητήσουμε για το τι είναι αληθινό ή ψευδές. Μπορούμε μόνο να μοιραστούμε απόψεις. Πολλοί μάλιστα ενοχλούνται όταν κάποιος υπερασπίζεται την αντικειμενική αλήθεια.

Ο σχετικισμός όμως αποτυγχάνει — τόσο σε οντολογικό όσο και σε γνωσιολογικό επίπεδο. Υπάρχει πραγματικότητα: είτε υπάρχει Θεός είτε δεν υπάρχει. Δεν μπορούν να ισχύουν και τα δύο. Και, παρά τους περιορισμούς μας, μπορούμε να γνωρίζουμε την αλήθεια, τουλάχιστον εν μέρει.

Στην πράξη, όλοι λειτουργούμε σαν να υπάρχει αντικειμενική αλήθεια — είτε όταν πάμε στην τράπεζα (π.χ. ζητώντας χρήματα που δεν υπάρχουν στο λογαριασμό μας) είτε όταν αντιμετωπίζουμε ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας (π.χ. όταν ο γιατρός κάνει δυσμενή διάγνωση της κατάστασης υγείας μας και την έχει επιβεβαιώσει και δεύτερος γιατρός, την αποδεχόμαστε ως αληθινή). Ο σχετικισμός όμως οδηγεί σε αδιέξοδο. Και όταν εγκαταλείπεται η αλήθεια, το μόνο που απομένει είναι η εξουσία και η χειραγώγηση.

Το Ευαγγέλιο είναι μήνυμα καλής είδησης. Είναι λόγος με περιεχόμενο: μιλά για τον Δημιουργό Θεό, για τον Ιησού Χριστό, για τον θάνατο και την ανάστασή Του, και για τις συνέπειες αυτών για την ανθρωπότητα. Επειδή είναι μήνυμα, απαιτεί λόγια. Δεν αρκούν οι πράξεις. Δεν μπορούμε να «δείξουμε» χωρίς λόγια ότι ο Υιός του Θεού πέθανε και αναστήθηκε. Το μήνυμα πρέπει να διατυπωθεί.

Κάποιοι λένε: «Κήρυξε το Ευαγγέλιο — αν χρειαστεί, χρησιμοποίησε λόγια». Διαφωνώ. Οι πράξεις είναι σημαντικές, αλλά το Ευαγγέλιο χρειάζεται λόγια.

Κλείνοντας, επιτρέψτε μου ένα παράδειγμα: ένας άθεος παρουσιαστής ξεκινά την εκπομπή του λέγοντας «Γεια σας, συνάδελφοι πίθηκοι». Είναι συνεπής με την κοσμοθεωρία του. Όμως στην πράξη ποιος ζει σαν να είσαι απλώς ένα ζώο;

Πόσο διαφορετικό και ελπιδοφόρο είναι το χριστιανικό μήνυμα: ότι είμαστε πλασμένοι κατ’ εικόνα Θεού, με αξία και αξιοπρέπεια, και ότι, παρά την αμαρτία μας, είμαστε αγαπημένοι — τόσο, ώστε ο Χριστός πέθανε για εμάς.

Αυτό είναι ένα πολύ καλύτερο μήνυμα.

*) Ο Stefan Gustavsson είναι Λουθηρανός θεολόγος και Διευθυντής του Κέντρου «Apologia» στη Στοκχόλμη της Σουηδίας. Υπήρξε πρόεδρος του Σουηδικού Ευαγγελικού Συνδέσμου και ιδρυτικό στέλεχος του European Leadership Forum. Είναι παντρεμένος, πατέρας τριών παιδιών και έχει 6 εγγόνια. Ο κύριος Γκούσταβσον επισκέφτηκε την Ελλάδα από τις 23 ως τις 26 Απριλίου 2026 ως προσκαλεσμένος του Κέντρου Απολογητικών Μελετών ‘Κώστας και Αλκμήνη Μεταλληνού’ και έκανε ομιλίες στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Το άρθρο αυτό αποτελεί μια σύνοψη της ομιλίας που έδωσε στην Β’ Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία στην Αθήνα με διερμηνεία του Αιδ. Γιώργου Αδάμ. Η ομιλία έχει καταγραφεί και διατίθεται μέσω του καναλιού της Β’ΕΕΕ στο YouTube.

Σχολιάστε