Ως «νεωτερικότητα» θεωρείται η εποχή μεγάλης ιστορικής μετάβασης στη Δύση, από τον μεσαιωνικό κόσμο στον σύγχρονο κόσμο. Συνδέεται με τον Διαφωτισμό, την επιστήμη, τον ορθολογισμό, την πίστη στην πρόοδο, την αυτονομία του ατόμου, το έθνος-κράτος, τη βιομηχανική κοινωνία και την εκκοσμίκευση. Η ιδέα που επικρατούσε στην εποχή αυτή ήταν πως ο άνθρωπος μπορεί, μέσω της λογικής και της επιστήμης, να κατανοήσει και να βελτιώσει τον κόσμο. Η εποχή αυτή ανέδειξε στοχαστές όπως τον Descartes, τον Kant, τον Hegel, τον Marx, τον Weber και πολλούς άλλους. Συνδέει τον «μακρύ δέκατο-ένατο» αιώνα και φτάνει μέχρι την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος, δηλαδή το 1989.
Ως μετανεωτερικότητα (ή μεταμοντερνισμός) ορίζεται η κοινωνική, πολιτική και φιλοσοφική περίοδος που διαδέχθηκε τη νεωτερικότητα, κυρίως από τα τέλη του 20ού αιώνα. Την περίοδο χαρακτηρίζει η αμφισβήτηση «μεγάλων αφηγήσεων» (όπως είναι η πίστη στην επιστημονική πρόοδο, ο χριστιανισμός ή ο μαρξισμός), η διάλυση βεβαιοτήτων και η άνοδος της παγκοσμιοποίησης. Ο μεταμοντερνισμός είναι, με άλλα λόγια, μία από τις σημαντικότερες πολιτισμικές και φιλοσοφικές μετατοπίσεις της ύστερης νεωτερικότητας. Δεν αποτελεί ενιαίο φιλοσοφικό σύστημα, αλλά μάλλον ένα σύνολο στάσεων και ευαισθησιών που αμφισβητούν θεμελιώδεις έννοιες όπως η αντικειμενική αλήθεια, η ενότητα της γνώσης και η ανθρώπινη ταυτότητα.

Α. Κύριοι εκπρόσωποι του μεταμοντερνισμού και η φιλοσοφία τους
Ας εξετάσουμε, κατ’ αρχήν μερικούς από τους κύριους αντιπροσώπους του μεταμοντερνισμού.
Ο Μισέλ Φουκώ (Michel Foucault, 1926–1984) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους φιλοσόφους και ιστορικούς ιδεών του 20ού αιώνα. Το έργο του επηρέασε βαθιά τη φιλοσοφία, την κοινωνιολογία, την πολιτική θεωρία, τη θεολογία, τις πολιτισμικές σπουδές και τη σύγχρονη κριτική σκέψη.
Ο Φουκώ δεν δημιούργησε ένα «σύστημα» φιλοσοφίας με την κλασική έννοια, αλλά εστίασε στην εξουσία και στον κοινωνικό έλεγχο. Ανέπτυξε έναν τρόπο ανάλυσης πώς η γνώση, η εξουσία και οι κοινωνικοί θεσμοί διαμορφώνουν τον άνθρωπο και την κοινωνία.
Με τη φράση «όπου υπάρχει εξουσία, υπάρχει και αντίσταση» [1], ο Φουκώ συνοψίζει την κεντρική του ιδέα ότι η εξουσία δεν λειτουργεί μόνο κατασταλτικά αλλά διαπερνά όλον τον κοινωνικό ιστό και ότι έτσι η κάθε μορφή εξουσίας γεννά μορφές αντίστασης. Στο ογκώδες έργο του «Ιστορία της Σεξουαλικότητας»υποστηρίζει πως η σύγχρονη κοινωνία μιλώντας διαρκώς για το σεξ, αναλύοντας και ταξινομώντας το, καθιστά τη σεξουαλικότητα πεδίο εξουσίας και διαμόρφωσης ταυτότητας.
Επίσης με την – σε κάποιους κύκλους – δημοφιλή έκφρασή του «η γνώση δεν δημιουργείται για κατανόηση αλλά για ανατροπή» [2], εξηγεί πως η γνώση δεν είναι η ουδέτερη αναζήτηση αλήθειας αλλά εργαλείο αποδόμησης κυρίαρχων αφηγήσεων.
Ο Ζαν Φρανσουά Λυοτάρ (Jean-François Lyotard, 1924–1998) ήταν Γάλλος φιλόσοφος και ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του μεταμοντερνισμού. Έγινε ιδιαίτερα γνωστός για την ανάλυσή του σχετικά με την κρίση των «μεγάλων αφηγήσεων» στη σύγχρονη εποχή και για τη διάγνωση της μεταμοντέρνας κατάστασης του δυτικού πολιτισμού.
Σε αντίθεση με τον Φουκώ, που επικεντρώθηκε κυρίως στις σχέσεις γνώσης και εξουσίας, ο Λυοτάρ ενδιαφέρθηκε περισσότερο για τη φύση της γνώσης, τη νομιμοποίηση της αλήθειας, τη γλώσσα, την κρίση της νεωτερικότητας, και την κατάρρευση των ενιαίων ερμηνειών του κόσμου. Τον χαρακτηρίζει μια δυσπιστία απέναντι στις μεγάλες αφηγήσεις που εξέφρασε στο έργο του «Η Μεταμοντέρνα Κατάσταση»:
Απλοποιώντας υπερβολικά, μπορούμε να πούμε ότι θεωρούμε «µεταμοντέρνα» τη δυσπιστία απέναντι στις μετααφηγήσεις. [3]
Τι είναι οι «μετααφηγήσεις» (meta-narratives ή grand narratives) για τις οποίες μιλάει ο Λυοτάρ; Πρόκειται για συνολικά ερμηνευτικά συστήματα που προσπαθούν να εξηγήσουν την ιστορία, την πρόοδο, την αλήθεια, την ανθρώπινη φύση, το νόημα της κοινωνίας, όπως το κάνει ο Διαφωτισμός, ο Μαρξισμός, ο Φιλελευθερισμός, ο ιστορικός Ιδεαλισμός και ο Χριστιανισμός. Παρόλο που οι κοινωνίες του νεωτερισμού πίστευαν ότι υπάρχει καθολική αλήθεια, ενιαία λογική και ιστορική πρόοδος προς την ελευθερία ή την σωτηρία, ο Λυοτάρ υποστηρίζει ότι στη μεταμοντέρνα εποχή η εμπιστοσύνη αυτή έχει πλέον καταρρεύσει.
Ο Λυοτάρ θεωρεί ότι στη σύγχρονη κοινωνία δεν υπάρχει πλέον ένα ενιαίο κέντρο νομιμοποίησης της γνώσης, η επιστήμη δεν μπορεί να θεμελιώσει απόλυτα τον εαυτό της, και οι άνθρωποι ζουν μέσα σε πολλαπλές ανταγωνιστικές διαλέκτους και ερμηνείες. Η γνώση είναι αποσπασματική, λειτουργική, τεχνοκρατική, συνδεδεμένη με την πληροφορία και την εξουσία.
Ο Ζακ Ντεριντά (Jacques Derrida, 1930–2004) ήταν Γάλλος φιλόσοφος και ένας από τους πιο επιδραστικούς στοχαστές του ύστερου 20ού αιώνα. Συνδέεται κυρίως με τη λεγόμενη «αποδόμηση» (deconstruction), μια μέθοδο φιλοσοφικής και γλωσσικής ανάλυσης που επηρέασε βαθιά τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνική θεωρία, τη θεολογία, τη νομική θεωρία, τις πολιτισμικές σπουδές και τον μεταμοντερνισμό γενικότερα.
Αυτό που ο Ντεριντά ονομάζει «λογοκεντρισμό» καισυχνά «μεταφυσική της παρουσίας» (metaphysics of presence) συνίσταται στη βασική ιδέα ότι η δυτική σκέψη πάντα αναζητούσε ένα «παρόν», ένα σταθερό θεμέλιο νοήματος, προσδιορίζοντάς το είτε ως ‘Θεό’, ‘Λόγο’, ‘Ουσία’, ‘Συνείδηση’, ‘Αλήθεια’, ‘Υποκείμενο’. Ο Ντεριντά το θεωρεί αυτό φιλοσοφική ψευδαίσθηση και προσπαθεί να δείξει πόσο ασταθής είναι η γλώσσα, ότι τα φιλοσοφικά συστήματα περιέχουν εσωτερικές εντάσεις και αντιφάσεις και πόσο δύσκολα θεμελιώνεται ένα απόλυτο νόημα.
Στο έργο του «Περί Γραμματολογίας» γράφει π.χ.:
[… Η] ιστορία της μεταφυσικής που παρ’ όλες τις διαφορές – και όχι μόνο από τον Πλάτωνα ως τον Hegel (περνώντας μάλιστα από τον Leibniz), αλλά επίσης, πέρα από τα φαινομενικά όριά της, από τους προσωκρατικούς ως τον Heidegger – απέδωσε πάντα στον Λόγο την καταγωγή της αλήθειας εv γένει: η ιστορία της αλήθειας, της αλήθειας της αλήθειας, υπήρξε πάντα, με εξαίρεση ίσως μια μεταφορική εκτροπή, την οποία πρέπει να λάβουμε υπόψη μας, ο υποβιβασμός της γραφής και ηαπώθησή της έξω από τη «ζώσα» φωνή. [4]
Με τη διάσημη αυτή φράση ο Ντεριντά ορίζει σχεδόν προγραμματικά τον λογοκεντρισμό, την προτεραιότητα της φωνής, και την ιστορική υποτίμηση της γραφής στη δυτική μεταφυσική. Δεν σημαίνει αυτό ότι δεν υπάρχει πραγματικότητα, αλλά ότι κάθε πρόσβαση στην πραγματικότητα περνάει μέσα από γλώσσα, σύμβολα και ερμηνείες. Αυτό αποτελεί τον πυρήνα της αποδόμησης. «Το σημαινόμενο λειτουργεί μέσα της ανέκαθεν και πάντα ως σημαίνον» (σ. 20). Αυτό είναι ίσως το πιο θεμελιώδες επιχείρημά του, ότι δηλαδή δεν υπάρχει τελικό, αυτάρκες νόημα, ότι κάθε σημαινόμενο γίνεται νέο σημαίνον, άρα και ότι το νόημα μετατίθεται αδιάκοπα.
Η σκέψη του Ζακ Ντεριντά παραμένει εξαιρετικά επιδραστική στη σημερινή εποχή της «ρευστής ταυτότητας’» όπου παραδοσιακές κατηγορίες αποδομούνται, όπου κυριαρχεί η γλωσσική και πολιτισμική πολυπλοκότητα καθώς και μια καχυποψία απέναντι στις απόλυτες βεβαιότητες και αυθεντίες, έτσι που η αλήθεια ποτέ να μη παρουσιάζεται ως πλήρως «παρούσα» και αυτάρκης.
Ο Ρίτσαρντ Ρόρτυ (Richard Rorty, 1931–2007), Αμερικανός φιλόσοφος και διανοούμενος, αναζωογόνησε τον πραγματισμό και υποστήριξε ότι «αλήθεια» δεν είναι μια αντικειμενική αντανάκλαση της πραγματικότητας, αλλά μια ευέλικτη, εξελισσόμενη έννοια που διαμορφώνεται από τις κοινωνικές αλλαγές και τη γλώσσα. Το ορόσημο βιβλίο του, «Η Φιλοσοφία και ο Καθρέφτης της Φύσης» (Philosophy and the Mirror of Nature), αμφισβήτησε την παραδοσιακή επιστημολογία και προκάλεσε κριτική. Στο έργο του «Τυχαιότητα, Ειρωνεία, Αλληλεγγύη» [5], ο Ρόρτυ μιλάει για την αλήθεια:
Η αλήθεια δεν μπορεί να βρίσκεται «εκεί έξω» (σ. 5),
δηλαδή η αλήθεια δεν μπορεί να θεωρηθεί μεταφυσική πραγματικότητα αλλά γλωσσική και κοινωνική πρακτική. Και πιο κάτω στο ίδιο έργο γράφει:
Ο κόσμος δεν μιλά· μόνο εμείς μιλάμε (σ. 6).
Με άλλα λόγια: Δεν υπάρχει «αντικειμενική γλώσσα» της πραγματικότητας· οι άνθρωποι είναι που κατασκευάζουν περιγραφές του κόσμου. Με τον τρόπο αυτό ο Ρόρτυ εκφράζει τον νέο-πραγματισμό του:
Η αλήθεια δεν είναι αιώνια αντιστοιχία με μια αντικειμενική πραγματικότητα αλλά κοινωνικό προϊόν συναίνεσης και γλωσσικών πρακτικών.
Η Τζούντιθ Μπάτλερ (Judith Butler, γεννημένη το 1956) είναι μια εξαιρετικά επιδραστική Αμερικανίδα φιλόσοφος και θεωρητικός του φύλου, της οποίας το έργο έχει διαμορφώσει βαθιά την θεωρία κουήρ (queer), τον φεμινισμό και την πολιτική φιλοσοφία.
Η βασική της θέση ως καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ, είναι ότι το φύλο (gender) δεν είναι μια σταθερή φυσική ουσία αλλά μια κοινωνικά και γλωσσικά παραγόμενη «παράσταση» (performance). Αυτό δεν σημαίνει απλώς ότι οι ρόλοι των φύλων είναι κοινωνικοί, αλλά ότι ακόμη και η ίδια η αίσθηση της ταυτότητας φύλου συγκροτείται μέσα από επαναλαμβανόμενες κοινωνικές πρακτικές, λόγους και συμβολικές δομές.
Από το πιο γνωστό της έργο «Αναταραχή Φύλου», η Butler υποστηρίζει ότι το φύλο δεν είναι κάτι που «είμαστε», αλλά κάτι που «κάνουμε» επαναληπτικά. Δηλαδή, χειρονομίες, η ένδυση, ο λόγος, η συμπεριφορά και κοινωνικοί ρόλοι παράγουν την αίσθηση ενός «σταθερού φύλου».
Η Μπάτλερ επηρεάζεται βαθιά από τον Ζακ Ντεριντά και τον Μισέλ Φουκώ. Από τον Ντεριντά δανείζεται την αστάθεια του νοήματος, την αποδόμηση δυαδικών αντιθέσεων και την ιδέα ότι οι ταυτότητες συγκροτούνται μέσω γλωσσικών διαφορών. Έτσι αποδομεί δυαδικά σχήματα, όπως άνδρας/γυναίκα, αρσενικό/θηλυκό, φύση/πολιτισμός. Η χαρακτηριστική φράση στο έργο της «Αναταραχή Φύλου»:
Το φύλο συγκροτείται επιτελεστικά από τις ίδιες τις «εκφράσεις» που θεωρούνται αποτελέσματά του [6].
Τι σημαίνει αυτό; Η παραδοσιακή αντίληψη λέει ότι πρώτα υπάρχει η εσωτερική ταυτότητα και ότι μετά αυτή εκφράζεται. Η Μπάτλερ αντιστρέφει το σχήμα: Οι ίδιες οι επαναλαμβανόμενες «εκφράσεις» παράγουν την αίσθηση ταυτότητας.
Η Μπάτλερ διαμόρφωσε την θεωρία κουήρ (queer theory), και επηρέασε τα gender studies, τον σύγχρονο ακτιβισμό ταυτότητας, καθώς και θεωρίες περί κοινωνικής κατασκευής του φύλου, και ένα μεγάλο μέρος της σημερινής «woke» κουλτούρας. Είναι ίσως η πιο επιδραστική θεωρητικός του φύλου μετά τον Φουκώ. Η Μπάτλερ κατηγορείται ότι η φιλοσοφία της και ο ακτιβισμός της διαλύει τη σταθερότητα της ανθρώπινης φύσης καθώς υποβαθμίζει τη βιολογία, καθιστώντας την ταυτότητα υπερβολικά γλωσσική, οδηγώντας έτσι σε έναν ριζοσπαστικό σχετικισμό. Πρόκειται σχεδόν για μια υποδειγματική περίπτωση εφαρμογής της μεταμοντέρνας αντίληψης στην ανθρωπολογία. Αν ο Ντεριντά λέει πως «το νόημα είναι ασταθές», η Μπάτλερ διακηρύττει ότι «και οι ταυτότητες φύλου είναι ασταθείς και παραγόμενες».
Οι πέντε αυτοί στοχαστές, παρά τις διαφορές τους, επανέρχονται συνεχώς στους εξής τέσσερις βασικούς άξονες:
(1) Την δυσπιστία προς την «αντικειμενική» αλήθεια,
(2) Την κεντρικότητα της γλώσσας,
(3) Την σύνδεση γνώσης και εξουσίας,
(4) Την κοινωνική κατασκευή ταυτότητας και νοήματος.
Αυτοί οι τέσσερις άξονες αποτελούν ένα μεγάλο μέρος του θεωρητικού υποβάθρου του σύγχρονου μεταμοντερνισμού και έχουν επηρεάσει έντονα και μεταγενέστερα ρεύματα όπως την κριτική θεωρία ταυτότητας, τον ουοκισμό και την πολιτική της αποδόμησης.
Συνοψίζοντας λοιπόν το έργο των πέντε αυτών στοχαστών έχουμε τους εξής άξονες της μεταμοντέρνας και μεταδομηστικής σκέψης:
| Στοχαστής | Κεντρικό θέμα |
| Μισέλ Φουκώ | Εξουσία και κοινωνικός έλεγχος |
| Ζαν Φρανσουά Λυοτάρ | Δυσπιστία προς τις μεγάλες αφηγήσεις |
| Ζακ Ντεριντά | Γλώσσα και αποδόμηση νοήματος |
| Ρίτσαρντ Ρόρτυ | Σχεσιακή/κοινωνική έννοια της αλήθειας |
| Τζούντιθ Μπάτλερ | Κατασκευή ταυτότητας και φύλου |
Β. Προκλήσεις για τη χριστιανική σκέψη
Για τη χριστιανική σκέψη η οποία στηρίζεται στην αποκάλυψη του Θεού και σε αξιώσεις όπως την αντικειμενική αλήθεια, η μεταμοντέρνα σκέψη αποτελεί μια πρόκληση. Ας εξετάσουμε τώρα κάποιες επιδράσεις του μεταμοντερνισμού στον πολιτισμό μας, την κοινωνία και την πίστη.
Η κρίση της αλήθειας. Στον πυρήνα του μεταμοντερνισμού βρίσκεται η αποδόμηση της έννοιας «αντικειμενική αλήθεια». Η γνώση δεν θεωρείται ουδέτερη ή καθολική, αλλά είναι προϊόν γλωσσικών και κοινωνικών κατασκευών, άρρηκτα συνδεδεμένες με σχέσεις εξουσίας, όπως ανέλυσε ο Μισέλ Φουκώ.
Σε αντίθεση με αυτή τη φιλοσοφία, η χριστιανική πίστη βασίζεται στην ιδέα της αλήθειας ενός Θεού ο οποίος αποκαλύπτεται στους ανθρώπους και που δεν είναι απλώς μια πρόταση, αλλά «Θεός εν σαρκί» — ο Ιησούς Χριστός. Η σύγκρουση αυτών των απόψεων δημιουργεί ένα βαθύ ρήγμα: σε έναν κόσμο όπου η αλήθεια είναι σχετική, η χριστιανική αξίωση καθολικότητας της αλήθειας θεωρείται καταπιεστική ή αποκλειστική και απορρίπτεται.
Η κριτική του μεταμοντερνισμού απέναντι στη χριστιανική πίστη μπορεί όμως να λειτουργήσει ως κάλεσμα για ταπείνωση, επειδή υπενθυμίζει ότι κάθε θεολογική διατύπωση είναι ιστορικά ενσαρκωμένη και επιρρεπής σε παραμόρφωση. Ο ρόλος της θεολογίας, και ειδικά αυτός της απολογητικής, είναι να διασφαλίζει έναν υγιή διάλογο που θα διαλευκάνει το τοπίο και θα οδηγήσει στην αλήθεια.
Η ερμηνευτική πρόκληση. Η επίδραση του μεταμοντερνισμού στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής είναι καθοριστική. Η αποδόμηση, όπως αναπτύχθηκε από τον Ζακ Ντεριντά, αμφισβητεί την ύπαρξη σταθερού νοήματος στα κείμενά της που αποτελούν την βάση της πίστης. Στο πλαίσιο της μεταμοντέρνας σκέψης το νόημα (ενός κειμένου) μετατοπίζεται από τον συγγραφέα στον αναγνώστη κι έτσι η πολλαπλότητα των ερμηνειών καθίσταται αναπόφευκτη με την αυθεντία του κειμένου να τίθεται υπό διαρκή διαπραγμάτευση.
Η θεολογική πρόκληση είναι σαφής: πώς μπορούν οι πιστοί να διακηρύξουν την Αγία Γραφή ως λόγο του Θεού, όταν το νόημά της θεωρείται ρευστό;
Στο σημείο αυτό, θεολόγοι όπως ο Lesslie Newbigin[7] υποστηρίζουν ότι η απάντηση δεν βρίσκεται στην επιστροφή σε έναν άκαμπτο φονταμενταλισμό, αλλά στην κατανόηση της Γραφής ως «μεγάλης αφήγησης» μέσα στην οποία καλείται να ζήσει η κοινότητα της πίστης.
Η ανθρωπολογία του μεταμοντερνισμού και η έννοια της ταυτότητας. Η μεταμοντέρνα σκέψη απορρίπτει την έννοια ενός σταθερού, ουσιοκρατικού ανθρώπινου εαυτού, επειδή κάθε είδος «ταυτότητας» θεωρείται ως κατασκευή, ως προϊόν γλώσσας, πολιτισμού και εξουσίας. Σε αντίθεση με την σκέψη αυτή, η χριστιανική ανθρωπολογία θεμελιώνεται με την έννοια της «εικόνας του Θεού» (imago Dei), που προσδίδει στον άνθρωπο εγγενή αξία και σταθερότητα. Η αντιπαράθεση εκδηλώνεται στην εποχή μας σε ζητήματα όπως το φύλο και η σεξουαλικότητα, καθώς και η σημασία του σώματος σε σχέση με έννοιες όπως ο «αυτοπροσδιορισμός» του ατόμου. Έτσι, η χριστιανική πίστη βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με ένα δίλημμα: να διατηρήσει αυτή την ανθρωπολογική της διδασκαλία ή να προσαρμοστεί σε μεταβαλλόμενα πολιτισμικά πρότυπα της μεταμοντέρνας εποχής.
Εκκλησιολογία σε κρίση. Ο μεταμοντερνισμός επίσης αμφισβητεί βαθιά ιεραρχικές δομές και θεσμούς. Η δυσπιστία προς την εξουσία επηρεάζει άμεσα την Εκκλησία ως οργανωμένο σώμα. Σύγχρονες τάσεις περιλαμβάνουν την αποστασιοποίηση ανθρώπων από την «θεσμική» Εκκλησία, δίνοντας έμφαση στην αυθεντική κοινότητα και στην ανάπτυξη μη-ιεραρχικών μορφών εκκλησιαστικής ζωής. Θεολόγοι επηρεασμένοι από τον μεταμοντερνισμό, όπως ο Stanley Hauerwas, τονίζουν ότι η Εκκλησία πρέπει να νοηθεί όχι ως θεσμός εξουσίας, αλλά ως εναλλακτική κοινότητα που ενσαρκώνει το Ευαγγέλιο. [8]
Λατρεία και εμπειρία. Στη μεταμοντέρνα κουλτούρα, η εμπειρία προηγείται της διδασκαλίας. Αυτό επηρεάζει τη λατρεία με την έμφαση που δίνει στο συναίσθημα, καθώς και την ποικιλία λειτουργικών μορφών. Η εξέλιξη αυτή μπορεί μεν να ανανεώσει τη λατρεία, αλλά ενέχει ταυτόχρονα και τον κίνδυνο της «αισθητικοποίησης» της πίστης, όπου το βίωμα υποκαθιστά την αλήθεια.
Η απολογητική στην μεταμοντέρνα εποχή. Η κλασική απολογητική, βασισμένη στον ορθολογισμό, αντιμετωπίζει δυσκολίες σε ένα πλαίσιο όπου αμφισβητείται η ίδια η λογική ως ουδέτερο εργαλείο. Αντί για αποδείξεις, η μεταμοντέρνα απολογητική στρέφεται στην αφήγηση, στη μαρτυρία ζωής και στη δημιουργία κοινοτήτων νοήματος, με την πίστη να παρουσιάζεται όχι πλέον κυρίως ως «αληθής», αλλά ως «βιώσιμη», «ελκυστική».
Ηθική και πλουραλισμός. Η μεταμοντέρνα σκέψηπροωθεί τον ηθικό πλουραλισμό. Όχι μία καθολική ηθική, αλλά πολλαπλές ηθικές. Την χριστιανοσύνη αυτό οδηγεί σε απώλεια πολιτισμικής επιρροής, καθώς και σε μια δυσκολία επιβολής ηθικών προτύπων και ανάγκης για πειστική, μη επιβλητική μαρτυρία. Η ηθική μετατοπίζεται από τους «κανόνες» ενός ηθικού θεϊκού νομοθέτη σε «τρόπους σχέσης» και «αρετές».
Γ. Αντιμετώπιση του μεταμοντερνισμού
Ο μεταμοντερνισμός προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες για την ανανέωση της χριστιανικής πίστης και της εκκλησιαστικής ζωής.
Με την κριτική του απέναντι στην εξουσία, αποκαλύπτει καταχρήσεις εκκλησιαστικής και κοινωνικής δύναμης. Με την ανάδειξη περιθωριοποιημένων φωνών εμπλουτίζει τη θεολογία με νέες προοπτικές. Με την έμφασή του στην αφήγηση επαναφέρει την βιβλική αφήγηση στο κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής.
Συνεπώς, η σκέτη απόρριψη του μεταμοντερνισμού δεν είναι επιτακτική και απαιτείται διάκριση. Ο John Milbank προτείνει μια «ριζοσπαστική ορθοδοξία», όπου η θεολογία δεν υποτάσσεται στη μεταμοντέρνα σκέψη, αλλά την υπερβαίνει, προσφέροντας ένα εναλλακτικό όραμα πραγματικότητας: όχι επιστροφή στη νεωτερικότητα, αλλά μια θεολογική υπέρβαση τόσο της νεωτερικότητας όσο και του μεταμοντερνισμού. [9]
Η χριστιανική σκέψη καλείται να διατηρήσει την αλήθεια, να αναγνωρίσει ιστορικές αδυναμίες και να προωθήσει το κήρυγμα του Ευαγγελίου με γλώσσα κατανοητή στον σύγχρονο άνθρωπο.
Επειδή ο μεταμοντερνισμός δεν αποτελεί απλώς μια φιλοσοφική μόδα, αλλά ένα βαθύ πολιτισμικό πλαίσιο που αναδιαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σήμερα σκέφτονται, πιστεύουν και ζουν, για την χριστιανοσύνη η πρόκληση είναι διπλή:
(α) Να παραμείνει πιστή στην αποκαλυπτική αλήθεια,
(β) Να εμπλακεί δημιουργικά με έναν κόσμο που αμφισβητεί την ίδια την έννοια της αλήθειας.
Στο κάτω-κάτω, η απάντηση της χριστιανικής σκέψης και πίστης δεν μπορεί να είναι ούτε η άκριτη προσαρμογή ούτε η απομόνωση, αλλά η ενσάρκωση της αλήθειας μέσα στην ιστορία, δια μέσω μιας ζωντανής μαρτυρίας που ενώνει λόγο και ζωή.
Ως μια κριτική αντιμετώπιση του μεταμοντερνισμού προσφέρεται η εξής αντιπαράθεση:
| Μεταμοντέρνα σκέψη | Χριστιανική πίστη |
| Σχετικισμός | Αλήθεια ως αποκάλυψη |
| Πολλαπλότητα | Ενότητα |
| Αποδόμηση | Ενσάρκωση |
| Ρευστότητα | Σταθερότητα |
| Αφήγηση | Ιστορικό γεγονός (Χριστός) |
Δ. Κριτική
Η μεταμοντέρνα σκέψη οδηγεί την χριστιανική πίστη:
(-) Να επαναδιατυπώσει την έννοια της αλήθειας,
(-) Να επανεξετάσει τον τρόπο επικοινωνίας της πίστης, καθώς και
(-) Να κάνει διάκριση μεταξύ ουσίας και πολιτισμικής μορφής.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι το εξής: Πώς μπορεί η Εκκλησία να παραμείνει πιστή στην αλήθεια που της αποκαλύφτηκε, και ταυτόχρονα να μιλήσει πειστικά σε έναν κόσμο ο οποίος αμφισβητεί την ίδια την έννοια της αλήθειας;
Η χριστιανική απάντηση, με βάσει τα τρία γνωστά φιλοσοφικά κριτήρια περί αλήθειας, βρίσκεται στο να ελέγχει, μέσω των γνωστών κριτηρίων:
(α) Του κριτηρίου της συνοχής (coherence), την νομιμότητα κάθε πρότασης και θεωρίας: Είναι λογικά συνεπής; Π.χ. «τετράγωνοι κύκλοι» αποκλείονται ως ανοησία.
(β) Του κριτηρίου της αντιστοιχίας (correspondence), αν η πρόταση είναι συμβατή με την πραγματικότητα. Το αφήγημα όπου κάποιος συναντά ένα λιοντάρι στον δρόμο, πρέπει να ελεγχθεί εμπειρικά: Υπάρχουν ίχνη; Αποδείξεις; Δεδομένα;
(γ) Του πρακτικού κριτηρίου (pragmatic), αν μπορεί να ζήσει κανείς σύμφωνα με την πρόταση αυτή. Αν δεν υπάρχει αντικειμενική ηθική, τότε η εντιμότητα και η συνέπεια απαιτούν να μη καταδικάζονται πράξεις όπως π.χ. ο βομβαρδισμός αμάχων ή ο βιασμός γυναικών ως «κακές».
Οι χριστιανοί πιστεύουν ότι η πίστη στον Χριστό αντέχει και στα τρία αυτά κριτήρια: Ότι η πίστη είναι λογικά συνεπής και ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα καθότι μπορεί να βιωθεί. Σήμερα ο πολιτισμός έχει μετακινηθεί προς την κατεύθυνση του μεταμοντέρνου σχετικισμού. Στη νεωτερική εποχή οι άνθρωποι μπορεί να απέρριπταν τον Χριστιανισμό, αλλά εξακολουθούσαν να πιστεύουν στην αντικειμενική αλήθεια.
Σήμερα κυριαρχεί η ιδέα ότι δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια — μόνο «η δική μου» και «η δική σου» — αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί πλέον να συζητήσει κανείς για το τι είναι αληθινό ή ψευδές. Μόνο να μοιραστεί απόψεις.
Ο σχετικισμός που φέρνει μαζί της η μεταμοντέρνα σκέψη αποτυγχάνει — τόσο σε οντολογικό όσο και σε γνωσιολογικό επίπεδο. Υπάρχει πραγματικότητα, είτε υπάρχει ο Θεός είτε δεν υπάρχει. Δεν μπορούν να ισχύουν αλήθειες που αντιφάσκουν. Και, παρά τους ανθρώπινους περιορισμούς μας, μπορούμε να γνωρίζουμε την Αλήθεια, τουλάχιστον εν μέρει.
Ο σχετικισμός αντιφάσκει τον εαυτό του ως επιχείρημα, επειδή η ίδια η διακήρυξη ότι κάθε τι είναι σχετικό, υπονοεί την απόλυτη ισχύ αυτού του σχετικιστικού επιχειρήματος. Ιδού η αντίφαση!
Στην πράξη, όλοι μας λειτουργούμε σαν να προϋποθέτουμε την ύπαρξη μιας αντικειμενικής αλήθειας — είτε όταν πάμε στην τράπεζα (π.χ. ζητώντας χρήματα που δεν υπάρχουν στο λογαριασμό μας) είτε αντιμετωπίζοντας ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας (π.χ. όταν ο γιατρός κάνει δυσμενή διάγνωση της κατάστασης υγείας μας και την έχει επιβεβαιώσει και δεύτερος γιατρός, την αποδεχόμαστε ως αληθινή).
Η μεταμοντέρνα σκέψη οδηγεί σε αδιέξοδο. Όταν εγκαταλείπεται η αλήθεια, το μόνο που απομένει είναι η εξουσία και η χειραγώγηση.
[1] Michel Foucault, The History of Sexuality, Vol. 1: An Introduction, μτφρ. Robert Hurley (Νέα Υόρκη: Pantheon Books, 1978), σ. 95. Ελληνικά: Ιστορία της Σεξουαλικότητας. (Πρώτος τόμος) Η Βούληση για Γνώση, (Αθήνα: Πλέθρον, 2011).
[2] Michel Foucault, “Nietzsche, Genealogy, History,” στο Donald F. Bouchard (επιμ.), Language, Counter-Memory, Practice, (Ithaca: Cornell University Press, 1977), σ. 154.
[3] Jean-François Lyotard, Η Μεταμοντέρνα Κατάσταση, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, (Αθήνα: Εκδόσεις «Γνώση», 1988), σ. 26.
[4] Jacques Derrida, Περί Γραμματολογίας, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, (Αθήνα: Εκδόσεις «Γνώση», 1990), σ. 14.
[5] Richard Rorty, Contingency, Irony, and Solidarity, (Cambridge: Cambridge University Press, 1989). Ελληνικά Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2002.
[6] Judith Butler, Gender Trouble: Feminism and the Subversion of Identity, (New York: Routledge, 1990), σ. 34. Ελληνική έκδοση: Αναταραχή φύλου: Ο φεμινισμός και η ανατροπή της ταυτότητας, μτφρ. Γιώργος Θ. Καράμπελας, Αθήνα: Πατάκη, 2002.
[7] Lesslie Newbigin, The Gospel in a Pluralist Society, (Grand Rapids: B. Eerdmans, 1989), σ. 49.
[8] Ο Hauerwas το διατυπώνει ως εξής: «The church does not exist to provide an ethos for democracy or any other form of social organization, but stands as a political alternative to every nation, witnessing to the kind of social life possible for those that have been formed by the story of Christ», βλ. Stanley Hauerwas, A Community of Character: Toward a Constructive Christian Social Ethic, (Notre Dame: University of Notre Dame Press, 1981), σ. 99.
[9] John Milbank, Theology and Social Theory: Beyond Secular Reason, 2η έκδοση, (Οξφόρδη: Blackwell, 2006), σ. 380–385.
