Ανοησία χειρότερη από την κακία

Ο Ντίτριχ Μπόνχεφερ, Γερμανός θεολόγος και πάστορας, υπήρξε από τους ελάχιστους θρησκευτικούς ηγέτες που εξαρχής αντιτάχθηκαν ανοιχτά στον Χίτλερ. Συνελήφθη, οδηγήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και εκτελέστηκε τον Απρίλιο του 1945, μόλις τρεις εβδομάδες πριν από τη λήξη του πολέμου, σε ηλικία 39 ετών. Λίγο πριν τον θάνατό του, από το κελί της φυλακής Τέγκελ το 1943, έγραψε το εξής κείμενο ως μέρος μιας από τις πιο διαυγείς αναλύσεις [1] που έχουν διατυπωθεί ποτέ για το γιατί ο κόσμος λειτουργεί όπως λειτουργεί.

Η ανοησία είναι πιο επικίνδυνος εχθρός του καλού απ’ ό,τι η κακία. Μπορεί να διαμαρτυρηθεί κανείς ενάντια στο κακό· μπορεί αυτό να αποκαλυφθεί και, αν χρειαστεί, να αποτραπεί με τη βία. Το κακό φέρει πάντα μέσα του το σπέρμα της ίδιας του της διάλυσης, καθώς αφήνει πίσω του τουλάχιστον ένα αίσθημα ανησυχίας στους ανθρώπους. Απέναντι στην ανοησία, ωστόσο, είμαστε αβοήθητοι. Ούτε οι διαμαρτυρίες ούτε η βία ωφελούν εδώ· τα επιχειρήματα πέφτουν σε „κωφά ώτα“· τα γεγονότα που έρχονται σε αντίθεση με τις προκαταλήψεις κάποιου απλώς δεν γίνονται πιστευτά —σε τέτοιες περιπτώσεις, ο ανόητος ενδέχεται ακόμη και να υιοθετήσει κριτική στάση— και αν τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα, απλώς απορρίπτονται ως ασήμαντα, μεμονωμένα περιστατικά. Σε αντίθεση με τον κακόβουλο άνθρωπο, ο ανόητος είναι απόλυτα ικανοποιημένος με τον εαυτό του· μάλιστα, γίνεται επικίνδυνος καθώς στρέφεται εύκολα προς την επιθετικότητα.

Επομένως, απαιτείται μεγαλύτερη προσοχή στις συναλλαγές με έναν ανόητο παρά με έναν κακόβουλο άνθρωπο. … Μια πιο προσεκτική παρατήρηση αποκαλύπτει ότι κάθε μεγάλη εξωτερική επίδειξη ισχύος —είτε πολιτική είτε θρησκευτική— πλήττει με ανοησία μεγάλο αριθμό ανθρώπων. …

Η βιβλική διδασκαλία ότι ο φόβος του Θεού είναι η αρχή της σοφίας (Παροιμίες 1:7) υποδηλώνει ότι η εσωτερική απελευθέρωση του ανθρώπου, ώστε να ζει υπεύθυνα ενώπιον του Θεού, αποτελεί τον μόνο αληθινό τρόπο υπέρβασης της ανοησίας.

Η φράση του Μπόνχεφερ ότι η ανοησία είναι πιο επικίνδυνος εχθρός του καλού από την κακία είναι επίκαιρη και σήμερα. Αυτό που τον ενοχλούσε δεν ήταν η σκληρότητα των δεσμοφυλάκων, αλλά κάτι πολύ πιο βαθύ. Παρατήρησε σε ολόκληρη την τότε ναζιστική Γερμανία, ότι γιατροί, καθηγητές, πάστορες, όλοι μορφωμένοι και θρησκευόμενοι άνθρωποι, χειροκροτούσαν τον Χίτλερ. Το ερώτημα που τον βασάνιζε δεν ήταν, πώς ήταν δυνατό το κακό, αλλά πώς ήταν δυνατό καλοί άνθρωποι να καταλήξουν να το επευφημούν.

Αυτή η διάκριση, υποστήριζε ο Μπόνχεφερ, αλλάζει τα πάντα. Το κακό μπορείς να το πολεμήσεις: μπορείς να το εκθέσεις, να του αντισταθείς, να το κλείσεις φυλακή. Το κακό έχει μια λογική· θέλει κάτι συγκεκριμένο, και επειδή θέλει κάτι, μπορείς να το δεις να έρχεται. Απέναντι όμως στην ανοησία  δεν υπάρχει άμυνα. Και εδώ βρίσκεται το σημείο που ελάχιστοι αναφέρουν: ο ανόητος ή «βλάκας» δεν είναι κάποιος με χαμηλή νοημοσύνη, αλλά κάποιος που έχει εγκαταλείψει τη χρήση της δικής του κρίσης. Κάποιος που έχει παραδώσει σε έναν ηγέτη την δική του ικανότητά να σκέφτεται. Και μόλις συμβεί αυτό, δεν μπορεί κανείς πλέον να τον προσεγγίσει με γεγονότα. Δεν μπορεί να απευθυνθεί στη λογική του, επειδή δεν είναι πια δική του λογική· είναι η λογική κάποιου άλλου, δανεική και  φορεμένη σαν στολή.

Ένα ακόμη σημείο που σπάνια αναφέρεται είναι ότι ο Μπόνχεφερ δεν μιλούσε για αμόρφωτους ανθρώπους. Έλεγε ρητά ότι η βλακεία εμφανίζεται περισσότερο σε ανθρώπους που απέκτησαν κοινωνική υπόσταση, ανήκοντας σε ομάδες με μεγάλη συλλογική ισχύ. Όσο πιο ισχυρή είναι η ομάδα σου, τόσο ευκολότερο γίνεται να σταματήσεις να σκέφτεσαι μόνος σου. Γιατί η ομάδα σού προσφέρει ταυτότητα, μια αίσθηση ασφάλειας, έτοιμες απαντήσεις. Και ξαφνικά, το να σκέφτεσαι ανεξάρτητα αποκτά για σένα ένα κόστος που δεν είχες ποτέ πριν: τον κίνδυνο να αποβληθείς από τους δικούς σου ανθρώπους.

Το κακό, σημείωνε ο Μπόνχεφερ, δρα μόνο του· πρέπει να κρύβεται, να λέει ψέματα, έχει όρια. Ο «βλάκας» όμως γίνεται όργανο κάποιου άλλου —και το χειρότερο είναι ότι δεν το γνωρίζει. Νιώθει βεβαιότητα. Νιώθει ότι ανήκει σε κάτι μεγαλύτερο. Νιώθει ότι βρίσκεται στη σωστή πλευρά της ιστορίας. Δεν ήταν τέρατα αυτά που διέλυσαν τότε τη Γερμανία· ήταν εκατομμύρια συνηθισμένοι άνθρωποι που παρέδωσαν την κρίση τους σε ένα κίνημα και σταμάτησαν να κάνουν ερωτήσεις. Δεν ήταν κακοί άνθρωποι. Ήταν κάτι χειρότερο: ήταν υπάκουοι χωρίς μυαλό.

Ο Μπόνχεφερ έβλεπε παραλληλισμούς που ισχύουν εξίσου και σήμερα: ανθρώπους που επαναλαμβάνουν φράσεις χωρίς να ξέρουν από πού προέρχονται, που μοιράζονται αναρτήσεις που ποτέ δεν διάβασαν ολόκληρες, που μισούν αγνώστους επειδή κάποιος τους είπε ότι είναι εχθροί. Δεν πρόκειται για κακούς ανθρώπους, αλλά για ανθρώπους που έχουν σταματήσει να σκέφτονται μόνοι τους και το χειρότερο: δεν το έχουν καν συνειδητοποιήσει. Εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα: ο ανόητος ποτέ δεν αναγνωρίζει αυτή την κατάστασή του. Αντίθετα, νιώθει ενημερωμένος, νιώθει ξύπνιος, νιώθει πιο οξυδερκής απ’ όλους γύρω του. Και ακριβώς αυτή η αίσθηση είναι που τον καθιστά απρόσιτο σε επιχειρήματα.

Τι μπορεί να κάνει κανείς στην προκειμένη περίπτωση; Η απάντηση του Μπόνχεφερ δεν ήταν αυτή που ίσως θα περίμενε κανείς: Η βλακεία δεν θεραπεύεται με εκπαίδευση, με περισσότερη πληροφορία, με καλύτερα επιχειρήματα, επειδή το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο ότι ο ανόητος δεν γνωρίζει, αλλά στο ότι εκείνος αποφάσισε —συνειδητά ή όχι— πως η αποδοχή της ομάδας μετράει για εκείνον περισσότερο από την όποια προσωπική κρίση. Και αυτό θεραπεύεται μόνο εσωτερικά, με μια πράξη θάρρους και πίστης. Την στιγμή που αποφασίζει να αρχίσει να σκέφτεται μόνος του.

Το κείμενο κλείνει με μια παρότρυνση: να πάρουν οι άνθρωποι στα σοβαρά την βιβλική διδασκαλία ότι ο φόβος του Θεού είναι η αρχή της σοφίας (Παροιμίες 1:7).


[1]      Dietrich Bonhoeffer, Widerstand und Ergebung. Briefe und Aufzeichnungen aus der Haft, Έργα του Ντίτριχ Μπόνχεφερ, τομ. 8, Β’ έκδοση, Gütersloh: Gütersloher Verlagshaus, 2016, σ. 26 επ.

Σχολιάστε